Adieu, Honoré de Balzac

Go down

Adieu, Honoré de Balzac

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 18 Mar 2018, 7:45 pm

Αυτό το έργο είναι κάτι περισσότερο από αυτό που αρχικά φαίνεται.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό La Mode, σε συνέχειες, τον Μάιο - Ιούνιο του 1830, με τίτλο “Στρατιωτικά ενθυμήματα, Αντίο” (Souvenirs soldatesques, Adieu). Το υλικό για την ιστορία του, ο συγγραφέας, το άντλησε πρωτίστως από δύο φίλους του, στρατιωτικούς που συμμετείχαν στους Ναπολεόντειους πολέμους, τον François-Michel Carraud (1781-1864) και κυρίως τον Louis-Nicolas Périolas (1785 - 1859). Αργότερα ο συγγραφέας θα το εντάξει στις Σκηνές της ιδιωτικής ζωής (Scènes de la vie privée) στα 1832 και τελικά θα καταλήξει να μπει στον κανόνα της Ανθρώπινης Κωμωδίας μαζί με τις υπόλοιπες Φιλοσοφικές σπουδές (Études philosophiques).

Δυο φίλοι έχουν πάει για κυνήγι στο φθινοπωρινό δάσος του L'Isle-Adam, ο μαρκήσιος d’Albon και ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο τριαντάχρονος συνταγματάρχης Philippe de Sucy, ο οποίος μετά από μακροχρόνια αιχμαλωσία από τους Κοζάκους στη Ρωσία (μετά την ήττα του Μ. Ναπολέοντα στα 1812) επέστρεψε στην πατρίδα του, φέροντας επάνω του έντονα τα σημάδια από τις ταλαιπωρίες που υπέστη. Εκεί σε ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι, ανακαλύπτουν μια μυστηριώδη γυναίκα που ζει μαζί με τον θείο της τον γιατρό Fanjat και μια χωρική με νοητική υστέρηση, την απλοϊκή αλλά καλοκάγαθη Geneviève.

Αυτή η γυναίκα, η οποία πάσχει από ψυχική νόσο και ζει σε άγρια σχεδόν κατάσταση, δεν μπορεί να μιλήσει, εκτός από μια λέξη που επαναλαμβάνει κάθε τόσο: Αντίο. Πρόκειται για την κόμισσα Stéphanie de Vandières:

“Ήταν ντυμένη με ένα κουρελιασμένο φόρεμα από μαύρο μετάξι. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν κυματιστά επάνω στο μέτωπο και τους ώμους της, έφταναν κάτω από τη μέση της, χρησιμεύοντας σαν εσάρπα. Συνηθισμένη σε αυτήν την αφροντισιά, σπάνια έκανε κάποια κίνηση να σπρώξει τα μαλλιά από το μέτωπό της, με ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού της, που στιγμιαία ξεσκέπαζε το μέτωπο και τα μάτια της από αυτό το πυκνό πέπλο. Οι κινήσεις της έμοιαζαν με άγριου ζώου, είχαν μια αξιοθαύμαστη μηχανική ακρίβεια, μια ταχύτητα που έμοιαζε ταιριαστή στη γυναικεία της φύση.

Οι δύο κυνηγοί την είδαν, έκπληκτοι, να σκαρφαλώνει επάνω στο κλαδί μιας μηλιάς και να κάθεται εκεί με την άνεση ενός πουλιού. Έκοψε ένα μήλο και το έφαγε. Πήδηξε στο έδαφος σαν σκιουράκι. Τα μέλη του κορμιού της είχαν εξαιρετική ελαστικότητα και φαινόταν να κινείται με άνεση, χωρίς να καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια. Κυλίστηκε στη χλόη παίζοντας σαν μικρό παιδί. Έπειτα τέντωσε πόδια και χέρια επάνω στο γρασίδι με τη χάρη και την φυσικότητα μιας γάτας που κοιμάται στη λιακάδα. Από μακριά, ακούστηκε ένας κεραυνός κι εκείνη σηκώθηκε στα τέσσερα με την ταχύτητα ενός σκύλου που ακούει βήματα να πλησιάζουν.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί ο ποταμός των μαλλιών της, που τώρα έπεφταν μοιρασμένα από τις δύο πλευρές του κεφαλιού της, επιτρέποντας στους δύο θεατές να θαυμάσουν τους λευκούς της ώμους που ελαμπαν σαν μαργαρίτες σε λιβάδι και τον λαιμό, του οποίου η τελειότητα τους επέτρεπε να φανταστούν τις υπόλοιπες ομορφιές του κορμιού της.

Άξαφνα έβγαλε μια πονεμένη κραυγή και στάθηκε όρθια στα πόδια της. Οι κινήσεις της ήταν τόσο χαριτωμένες και αέρινες που θύμιζε εκείνη την κόρη της ομίχλης που αναφέρει σε ένα ποίημά του ο Ossian. Έτρεξε προς μια λιμνούλα με νερό, πέταξε με ένα σπρώξιμο το παπούτσι της κι άρχισε να ακροβουτά το λευκό σαν αλάβαστρο πόδι της, θαυμάζοντας τους κυματισμούς που σχηματίζονταν στην επιφάνεια. Έπειτα γονάτισε στην άκρη του ρυακιού και διασκέδαζε βουτώντας και τραβώντας απότομα τις μακριές της μπούκλες κοιτάζοντας τις σταγόνες του νερού που άστραφταν στο φως του ήλιου σαν μαργαριταρένιο στεφάνι.

Αυτή η γυναίκα είναι τρελή! Αναφώνησε ο μαρκήσιος.”

Η τραγική ιστορία της Stéphanie και η ιδιαίτερη σχέση που τη δένει με τον Philippe, θα ξετυλιχθεί στο επόμενο κεφάλαιο, στο οποίο με τρόπο σοκαριστικά ρεαλιστικό και ωμό, σε πλήρη αντίθεση με τις ειδυλλιακές εικόνες που είχαν προηγηθεί στην αφήγηση, παρουσιάζονται τα γεγονότα της υποχώρησης του στρατού του Μ. Ναπολέοντα, στην Ρωσία του 1812, και συγκεκριμένα η διάσχιση του ποταμού Berezina προκειμένου να γλιτώσουν οι Γάλλοι στρατιώτες από την καταδίωξη των Κοζάκων και να καταφύγουν με ασφάλεια στην Πολωνία. Κι εδώ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την τεχνική του φλας μπακ:

“Η απάθεια των ταλαίπωρων στρατιωτών μπορεί να συλληφθεί μόνο από εκείνους που γνωρίζουν τί σημαίνει να διασχίζεις τεράστιες ερήμους χιονιού, χωρίς να βλέπεις τίποτα πέρα από τον χιονισμένο ορίζοντα, πίνοντας μονάχα χιόνι, έχοντας το χιόνι ως μοναδικό κρεβάτι, χωρίς άλλη τροφή πέρα από το χιόνι κι ίσως λίγα παγωμένα πατζάρια, μερικές χούφτες αλεύρι ή λίγο κρέας αλόγου. Πεθαίνοντας από την πείνα, τη δίψα, την κούραση και τη στέρηση ύπνου, αυτοί οι δυστυχείς έφτασαν στις όχθες του ποταμού Berezina όπου αντίκρισαν ξύλα, προμήθειες, αμέτρητες στρατιωτικές άμαξες, με λίγα λόγια μια ολάκερη πόλη στη διάθεσή τους. Το χωριό Studzianka είχε ξηλωθεί συθέμελα από την κορυφή όπου προηγουμένως στεκόταν και είχε μεταφερθεί στην κοιλάδα. Όσο επικίνδυνο κι αν ήταν το γαλλικό στρατόπεδο ήταν ασυγκριτα καλύτερο στα μάτια αυτών των ανδρών που εδώ και καιρό δεν είχαν δει τίποτε άλλο πέρα από τις φριχτές ρωσικές ερήμους. Γι’ αυτούς ήταν ένα αχανές καταφύγιο κι ας ήταν προσωρινό, για εικοσιτετράωρη μονάχα παραμονή”.

Σε αυτό το έργο θίγονται δύο πολύ σημαντικά θέματα. Το πρώτο έχει να κάνει με τα ψυχολογικά τραύματα του πολέμου. Οι κακουχίες, οι σκηνές φρίκης, οι τραυματικές εμπειρίες γίνονται στην πορεία, για όσους στρατιώτες καταφέρουν να επιστρέψουν ζωντανοί, αναμνήσεις που τους στοιχειώνουν και τους προκαλούν σοβαρά προβλήματα στο υπόλοιπο της ζωής τους. Σήμερα αυτή η ασθένεια είναι γνωστή ως Post Traumatic Stress Disorder ή PTSD.

Το δεύτερο θέμα έχει να κάνει με τις γυναίκες και τα παιδιά που συνόδευαν τις στρατιές του Μ. Ναπολέοντα. Από το βιβλίο με τίτλο Soldiers, Citizens and Civilians Experiences and Perceptions of the Revolutionary and Napoleonic Wars, 1790–1820, σελ 78, μεταφέρω:

"Στα στρατόπεδα υπήρχε ένας σεβαστός αριθμός γυναικών, είτε επρόκειτο για τις συζύγους ή ερωμένες των στρατιωτών είτε για εκείνες που προσέφεραν συγκεκριμένες υπηρεσίες (κάποιες από αυτές ενέπιπταν και στις δύο κατηγορίες). Η Madame Lefebvre πλύστρα και σύζυγος του Δούκα του Danzig αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης. Η ζωή της θα γίνει θεατρικό έργο με τίτλο “Η κυρία δε με μέλλει” (Madame Sans-Gêne, από τον συγγραφέα Victorien Sardou, το παρανόμι είναι δανεισμένο από μια άλλη γυναίκα στρατιωτίνα, την Thérèse Figueur).

Μαζί με αυτές που επιτελούσαν διατεταγμένες υπηρεσίες, δηλαδή τις υπεύθυνες επισιτισμού (cantinières και vivandières) και τις πλύστρες ή ασπρορουχούδες (blanchisseuses ), μαζί με το στρατό ταξίδευαν και πολλές ιερόδουλες. Κάποιες από αυτές φορούσαν στρατιωτική στολή και κατά καιρούς έπιαναν τα όπλα δίπλα στους στρατιώτες”.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι σημειώσεις που ακολουθούν δεν έχουν άμεση σχέση με την ανωτέρω κριτική, είναι αποσπάσματα αντεγραμμένα από τις σελίδες 147 - 192 της βιογραφίας της Nadine Satiat με τίτλο: Μπαλζάκ ή η μανία της γραφής, εκδ. Τραυλός, 2001, όπου καλύπτεται το διάστημα από το 1828 έως και το 1830 και λειτουργεί ως σύνοψη όσων έχω διαβάσει ως τώρα. Ο λόγος που τις ανεβάζω εδώ είναι γιατί αυτός ο τρόπος με βοηθάει στην επεξεργασία και οργάνωση του υλικού που χρειάζομαι προκειμένου να παρακολουθήσω καλύτερα τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, παράλληλα με την ανάγνωση των έργων του.

Τον Σεπτέμβριο του 1828, Ο Balzac, επισκέπτεται την περιοχή Φουζέρ (Fougeres), της Βρετάνης μένει στο σπίτι του βαρόνου - στρατηγού Πομερέλ. Εκεί ξεκινάει να γράφει τους Σουάνους. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά από ένα διάστημα που πέρασε με τους δικούς του στις Βερσαλλίες. Η οικονομική του κατάσταση ήταν οικτρή. Για την δημοσίευση των Σουάνων, σε τέσσερις τόμους, τον Ιανουάριο του 1829, θα εισπράξει από τον εκδοτικό του Ουρμπαίν Κανέλ 1000 φράγκα τοις μετρητοίς, ποσό πενιχρό. Για την έκδοση θα διαθέσει χρήματα ο λογοτεχνικός του ατζέντης, Ανρί ντε Λατούς (Henri de Latouche, 1785 – 1851). Ο τίτλος με την μορφή “Ο τελευταίος των Σουάνων” σκόπιμα παρέπεμπε σε μυθιστόρημα του Sir Walter Scott (M. Honore Balzac, Le dernier Chouan, ou La Bretagne en 1800, εκδ. U. Canel, Paris 1829 τ. 4). Το βιβλίο δεν θα σημειώσει ιδιαίτερη εκδοτική επιτυχία.



εικόνα της πρώτης έκδοσης των Σουάνων.
πηγή gallica.

Στις 19 Ιουνίου 1829 πεθαίνει ο πατέρα του Balzac. Την ίδια χρονιά ο συγγραφέας αρχίζει να γίνεται δεκτός σε πολλά φημισμένα λογοτεχνικά σαλόνια, γεγονός που τον κάνει να συνειδητοποιεί ακόμη πιο έντονα την οικονομική του ανεπάρκεια. Γι’ αυτό δέχτηκε μετά από πίεση του εκδότη Λεβαβασέρ (Levavasseur) να γράψει την “Φυσιολογία του γάμου” την οποία είχε αφήσει παρατημένη στο συρτάρι του από τα 1826 (δημοσιεύτηκε τέλη Δεκεμβρίου 1829). Επίσης επανασυνδέεται ερωτικά με την Δούκισσα ντ’ Αμπραντές (Laure Junot, duchesse d’Abrantes 1784 - 1838) η οποία επίσης διατηρούσε λογοτεχνικό σαλόνι και υψηλές γνωριμίες, ενώ συνεχίζει τον δεσμό του με την Λωρ ντε Μπερνύ (Laure de Berny 1777- 1836). Τον Οκτώβριο του 1829 έγραψε το διήγημα Gloire et Malheur (Δόξα και Δυστυχία) που μεταγενέστερα θα πάρει τον τίτλο La Maison du chat-qui-pelote. Στη συνέχεια, την ίδια χρονιά, γράφει το διήγημα El Verdugo (Ο εκτελεστής) εμπνευσμένο από αναμνήσεις της ντ’ Αμπραντές και τις αφηγήσεις του ισπανού ποιητή Martinez de la Rosa, που ήταν πολιτικός εξόριστος στο Παρίσι.

Οι σκηνές της ιδιωτικής ζωής (Scenes de la vie privee):

Από τα 1824 είχε συλλάβει την ιδέα μιας συλλογής διηγημάτων υπό τον γενικό αυτό τίτλο. Το Οκτώβρη του 1829 συνάπτει συμφωνία με τον εκδοτικό Mame et Delaunay-Vallee προκειμένου να ξεκινήσει από την επόμενη χρονιά η συγκεκριμένη σειρά. Η συμφωνία αφορούσε την έκδοση δύο τόμων σε σχήμα όγδοο. Η αμοιβή ήταν 1200 φράγκα σε γραμμάτια πληρωτέα σε διάστημα από έξι έως δέκα μήνες. Θα τυπώνονταν 900 αντίτυπα εκ των οποίων ο ίδιος ο συγγραφέας αναλάμβανε την υποχρέωση να πουλήσει 370, καθώς επίσης επωμιζόταν τα έξοδα των διορθώσεων, αν αυτά ξεπερνούσαν τα 150 φράγκα. Εκτός αυτού, υπήρχαν προβλήματα και οικονομικές διαφορές με τον ατζέντη του, τον Latouche.

Κι όμως. Παρ’ όλη την απελπιστική κατάσταση ο Balzac συνεχίζει να εργάζεται φιλότιμα:

“Υπάρχει μέσα μου, δεν ξέρω τι, που με εμποδίζει να κάνει κάτι συνειδητά κακοφτιαγμένο. Είναι σημαντικό να χαρίζουμε στο κάθε βιβλίο ένα μέλλον. Να το κάνουμε κωλόχαρτο ή ένα έργο αντάξιο να μπει στη βιβλιοθήκη”.

Ο συγγραφέας βρίσκει μια διέξοδο επιβίωσης στη δημοσιογραφία. Αρχικά έρχεται σε επαφή με τον δημοσιογράφο και τυπογράφο Εμίλ ντε Ζιραρντέν (Emile de Girardin 1802 – 1881) στις αρχές του 1930. Από αυτόν δημιουργήθηκαν κάποια πρωτοποριακά έντυπα της εποχής, το περιοδικό Le Voleur (Ο κλέφτης), το περιοδικό κυριών La Mode (Η μόδα). O Balzac εγραψε εκεί, όπως επίσης στη καλλιτεχνική εφημερίδα La Silhouette, την οποία επίσης στο μεταξύ είχε αναλάβει ο Girardin καθώς και στην Επιφυλλίδα των πολιτικών εφημερίδων (le Feuilleton des journaux politiques) η οποία περιείχε κυρίως βιβλιοκριτικές, στο σατιρικό φύλο Η καρικατούρα (La Caricature) καθώς και στην Επιθεώρηση των Παρισίων (Revue de Paris) του Louis Desire Veron.

Σε αυτά τα έντυπα θα δημοσιευτούν διηγήματα όπως το El Verdugo (Ο εκτελεστής), διάφορες πρώιμες εκδοχές του Gobseck (Γκόμπσεκ), το Une vue de Touraine (Μια άποψη της Τουραίνης) που αργότερα θα εξελιχθεί στο La Femme de trente ans (Η τριανταδιάχρονη γυναίκα), το Etude de femme (Σπουδή γυναίκας), το La Femme vertueuse (Η ενάρετη γυναίκα) που εξελίχθηκε στο μεταγενέστερο Une double famille (Μια διπλή οικογένεια), το Adieu (Αντίο), το Les deux reves που θα οριστικοποιηθεί αργότερα ως Sur Catherine de Medicis (Περί της Αικατερίνης των Μεδίκων), το Traite de la vie elegante (Πραγματεία περί της καλαίσθητης ζωής), το L'Elixir de longue vie (Το ελιξήριο της μακροζωίας), ο Sarrasine (Σαραζίνος) και το Une Passion dans le desert (Ένα πάθος στην έρημο), δύο διηγήματα φαντασίας - κριτικής της θρησκείας με τίτλο Zero (Μηδέν) και Tout (Όλα) τα οποία θα εξελιχθούν στο Jesus-Christ en Flandre (Ο Ιησούς Χριστός στη Φλάνδρα) το La Danse des pierres (ο χορός των λίθων) το οποίο δεν μπήκε στην ανθρώπινη κωμωδία.

Στα ίδια έντυπα θα δημοσιευτούν επίσης κριτικές και άρθρα του Balzac για λογοτεχνικά αλλά και πολιτικά - κοινωνικά θέματα. Συνολικά η Satiat αναφέρει εξήντα συνεργασίες μέσα σε πέντε μήνες σε εφημερίδες διαφορετικών πολιτικών τάσεων. Ορισμένα από αυτά τα άρθρα είναι το “Περί Καλλιτεχνών” στην Σιλουέτα το 1830 όπου και το παρακάτω απόσπασμα:

“Ο αστός που επέκρινε τον καλλιτέχνη για τις ονειροπολήσεις του, αγνοούσε προφανώς ανάμεσα σε πόσες συνεχείς αντιθέσεις ζούσε ένας άνθρωπος συνηθισμένος να κάνει τη ψυχή του καθρέφτη στον οποίο να αντικαθρεφτίζεται ολόκληρη η οικουμένη, και όπου ανάλογα με τη δική του βούληση να εμφανίζονται οι τόποι και τα ήθη τους, οι άνθρωποι και τα πάθη τους.

Η σκέψη είναι κατά κάποιον τρόπο κάτι ενάντια στη φύση και οι τέχνες είναι παράγωγο της κατάχρησης της σκέψης. Αποστολή του καλλιτέχνη είναι να συλλάβει τις πιο απόμακρες σχέσεις αλλά και να δημιουργήσει κάτι το συναρπαστικό συνταιριάζονται δύο πολύ κοινά πράγματα. Δεν έχει σημασία αν καμιά δεκαριά φορές μέσα στην ημέρα μπορεί να δίνει την εικόνα ηλιθίου, παλαβού ή ενός χαζού μπακαλόπαιδου: ο καλλιτέχνης διαλέγεται με το μέλλον”.

Στο άρθρο με τίτλο “Η τρέχουσα εκδοτική κατάσταση” περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση:

“Ο Μπαλζάκ που είχε ανακατευτεί προσωπικά σε όλα τα σχετικά με το βιβλίο επαγγέλματα κατάγγελλε σε αυτό [σσ. το άρθρο] τις καταστροφικές συνέπειες που είχαν η υπερβολική χρήση πιστώσεων και οι αμέτρητες πτωχεύσεις, που τελικά οφείλονταν στο γεγονός ότι οι βιβλιοπώλες - εκδότες πλήρωναν όλο και συχνότερα με μακροπρόθεσμα γραμμάτια τόσο τους εμπόρους του χαρτιού και τους τυπογράφους όσο και τους συγγραφείς. Γι’ αυτόν τον λόγο, το επάγγελμα είχε κατακλυστεί από αδαείς εμπόρους και αναξιόπιστους μεσάζοντες, αποτέλεσμα να αυξάνονται οι κάθε είδους κερδοσκοπίες, να παρατηρείται επιβάρυνση της τιμής του βιβλίου με τις επιπρόσθετες προμήθειες ή αντιθέτως τρομερή υποτίμησή του, με το ξεπούλημα ολόκληρων εκδόσεων σε εξευτελιστική τιμή προκειμένου να βρεθεί το απαραίτητο ρευστό χρήμα. Αποτέλεσμα: Κανένας δεν ήθελε πλέον να προεξοφλεί γραμμάτια εκδοτών, το επάγγελμα είχε χάσει την αξιοπιστία του και, με τον παραδοξότερο τρόπο, κατακρημνιζόταν τη στιγμή που η ανάγνωση είχε γίνει μια πραγματική ανάγκη της ευρωπαϊκής φαντασίας. Γι’ αυτό πολλοί συγγραφείς προκειμένου να κερδίσουν τα προς το ζην, στρέφονταν όπως και ο Μπαλζάκ στον Τύπο”.

Έγραψε επίσης μια δριμεία κριτική ενάντια στο θεατρικό του Victor Hugo “Ερνάνης” το ανέβασμα της παράστασης του οποίου προκάλεσε επεισόδια και έκανε τον Balzac να μιλάει για μια “επίπλαστη επιτυχία που αν την επικροτούσαμε θα μπορούσε να μας γελοιοποιήσει σε όλη την Ευρώπη”.

Στο άρθρο “Περί της Μόδας στη λογοτεχνία” αναφέρει:

“ο ταλαντούχος άνθρωπος μπορεί να καταβροχθιστεί στον κόσμο μας άλλοτε από κάποιο ψευδοσύστημα, άλλοτε από κάποιο παρεΐστικο κύκλωμα ή ακόμα και από μια παράλογη εγωπάθεια [....] Βάλαμε την ποίηση μέσα στην πρόζα και απορούμε που δεν έχουμε πια ποίηση. Αφού εξαντλήσαμε κάθε κατάσταση, τώρα θέλουμε κάτι δραματικό. Δεν πιστεύουμε σε τίποτα και θέλουμε πίστεις”.

Στις δεκαεννέα “Επιστολές για το Παρίσι” οι οποίες δημοσιεύτηκαν ανώνυμα, σε συνέχειες ως το 1831, σχολιάζει το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχή του. Σε πολιτικό επίπεδο οι απόψεις του συνοψίζονταν στο εξής:

“Μια αναγκαστική αποδοχή της συνταγματικής μοναρχίας που πήγαζε από τη λαϊκή βούληση, μια μοιρολατρική υποταγή ανάμεσα στην τάξη των κατεχόντων και τις προλεταριατικές τάξεις, ένας σκεπτικισμός που έβρισκε όλες τις κυβερνήσεις ίδιες, αφού όλες ήταν αναγκασμένες να χρησιμοποιούν τα ίδια κόλπα, να επιχειρούν τις ίδιες λαθροχειρίες, να κάνουν τους ίδιους θεατρινισμούς πάνω στα ίδια πάντα σανίδια, είτε δημοκρατικές ήταν αυτές είτε μοναρχικές”.

Το Μάρτιο του 1830 εκδόθηκε η δίτομη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο “Σκηνές της ιδιωτικής ζωής” ( (Scenes de la vie privee) από τον εκδοτικό τον εκδοτικό Mame et Delaunay-Vallee η οποία περιλαμβάνει:

Α΄ τόμος:
La Vendetta, Les dangers de l'inconduite,Le Bal de Sceaux

Β΄τόμος:
Gloire et malheur ; La femme vertueuse ; La paix du menage


εικόνα της πρώτης έκδοσης
πηγή gallica.

fun fact: Στα υπό έκδοση βιβλία του συγγραφέα στο τέλος του Ά τόμου αναφέρεται το “Οι τρεις Καρδινάλοι” το οποίο, καίτοι ο συγγραφέας είχε στα σχέδιά του, προφανώς, τελικά όμως δεν γράφτηκε ποτέ!


avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 151
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Back to top

- Similar topics

 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum