Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο

View previous topic View next topic Go down

Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 1:08 am

Το κόκκινο και το μαύρο


Stendhal (Σταντάλ)
μετάφραση: Γιώργος Σπανός

Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2010
596 σελ.
ISBN 978-960-469-889-9



Πόσο με μπέρδεψε αυτό το βιβλίο! Χωρίς αμφιβολία το βρήκα αριστουργηματικό, αλλά αναρωτιέμαι, αν πρόκειται για σάτιρα των ηθών του 19ου αιώνα και δη της εποχής της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων (1814 – 1830) ή αν είναι μια αλληγορία για τους Ναπολεόντιους χρόνους που προηγήθηκαν, αν είναι ένα ρομαντικό ή κοινωνικό - ρεαλιστικό μυθιστόρημα, δεν κατάλαβα καν ποια είναι η αληθινή κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Είναι ένα βιβλίο που πολύ εύκολα μπορεί να παγιδέψει τον αναγνώστη σε λανθασμένα συμπεράσματα. Ακόμα και τα επιγράμματα στην αρχή του κάθε κεφαλαίου, τα περισσότερα από αυτά φαίνεται πως είναι πλαστά, κατασκευασμένα από τον ίδιο τον συγγραφέα. Γιατί όλο αυτό το μασκάρεμα; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ο Σταντάλ για εμένα είναι ένα αίνιγμα και αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω.

Η υπόθεση είναι φαινομενικά απλή. Ο νεαρός Ζυλιέν Σορέλ έχει μια σπάνια ικανότητα φωτογραφικής μνήμης. Χάρη σε αυτό το ταλέντο και στην αγάπη του για τα βιβλία, καταλήγει να προσληφθεί ως παιδαγωγός στην οικογένεια ενός επαρχιώτη ευγενούς, του δημάρχου ντε Ρενάλ της μικρής πόλης Βεριέρ, η οποία βρίσκεται στην ανατολική Γαλλία, κοντά στη Μπεζανσόν. Από εκεί και πέρα και ως το τέλος του βιβλίου αναπτύσσεται η εξέλιξη του Ζυλιέν που είναι όμορφος και εντελώς αλλοπρόσαλλος τόσο στην σκέψη, όσο και στην συμπεριφορά και στις πράξεις. Το βασικό πρόβλημα όλων των κεντρικών ηρώων της ιστορίας αυτής είναι που δεν σου επιτρέπουν να προβλέψεις σε τί ενέργεια θα προχωρήσουν μετά. Ως το τέλος του βιβλίου θα ορκιζόμουν πως η υπόθεση θα είχε την ακριβώς αντίθετη εξέλιξη. Για ψυχολογικό μυθιστόρημα, το βρήκα εντελώς «αψυχολόγητο».

Οι χαρακτήρες αποτυπώνονται ρεαλιστικά και λεπτομερώς. Όλες οι εκφάνσεις του ψυχισμού τους, όλες οι αντιφατικές πλευρές του χαρακτήρα τους σκιαγραφούνται με απαράμιλλη τεχνική. Ο Σταντάλ είναι στυλίστας από τους πλέον σπάνιους. Αλλά είναι τόσοι οι ελιγμοί της σκέψης και τόσες πολλές οι ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων, που αισθάνθηκα χαμένη σε έναν λαβύρινθο δίχως τέλος. Υπάρχει ένα απόσπασμα που, έχω την εντύπωση, πως κάπως αχνά φωτίζει λίγο, τη φιλοσοφία με την οποία έχει γραφτεί αυτό το έργο:

«Ένας άγγλος ταξιδιώτης διηγείται πως ζούσε, με πολλή οικειότητα, μαζί με μια τίγρη. Την είχε μεγαλώσει και την χάιδευε, μα πάντα στο τραπέζι του βρισκόταν ένα πιστόλι γεμάτο». (σελ.506)

Η ζωή που περιγράφει η παραπάνω πρόταση είναι ένα αλλόκοτο κράμα ηδονής και πόνου. Είναι μια σχέση που παίζει με τον θάνατο, ακροβατεί ανάμεσα στην τρυφερότητα και το δόσιμο και στην πιο σκληρή αμυντική στάση, είναι κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο και ενδιαφέρον, άρρωστο και γοητευτικό, είναι αντιφατικό και σε τελική ανάλυση αυτό που περιγράφει είναι η αλληγορική εικόνα μιας εξαρτητικής σχέσης. Το να γοητεύεσαι από αυτό που μπορεί να σε βλάψει, και να είναι αυτό ακριβώς που νοηματοδοτεί τη ζωή σου, είναι ένας εθισμός που μπορεί να έχει πολύ κακά αποτελέσματα. Πραγματικά μόνο έτσι μπορώ κάπως να αρχίσω να ξετυλίξω αυτό το μπερδεμένο κουβάρι, ετούτης της ιστορίας ποια μοιάζει τόσο παλιά και αρχέγονη, όσο και το προπατορικό αμάρτημα.

Ο Ζυλιέν δεν φαίνεται να έχει αυταπάτες για το θεό του χριστιανισμού. Θεωρεί πως η εκκλησία είναι μια κερδοφόρα επιχείρηση για όσους καταφέρουν να εγκολπωθούν μέσα της, και οι τυχερότεροι, δεν εξασφαλίζουν, μέσω αυτής, μόνο τον επιούσιο, αλλά και την εξουσία. Και δεν είναι τόσο το χρήμα και η κοσμική δύναμη, είναι κάτι άλλο που ο ήρωας το εντοπίζει στην έννοια της αλήθειας ή μάλλον στην παντελή απουσία της έννοιας αυτής:

«Μα ποιον Θεό; Όχι τον Θεό της Βίβλου, τυραννίσκο σκληρό που διψάει για εκδίκηση... μα το Θεό του Βολταίρου, δίκαιο, καλό, άπειρο...»
Όλες οι μνήμες της Βίβλου που ήξερε απέξω τον τάραζαν...
«Μα πώς, μόλις βρεθούμε τρεις μαζί, να πιστέψουμε στο μεγάλο όνομα του ΘΕΟΥ, ύστερα από τη φοβερή κατάχρηση που του κάνουν οι παπάδες μας; Να ζεις ξεμοναχιασμένος!... Τί μαρτύριο!
...» (σελ.584)

Ωστόσο η ιδέα πως με το ράσο μπορεί να εξασφαλίσει μια υπέροχη ζωή απολαύσεων δεν είναι κάτι που τον ενοχλεί διόλου, αντίθετα αποτελεί μια από τις φιλοδοξίες του. Τόση αντίφαση και τόσες μεταπτώσεις μέσα σε ένα τόσο νεαρό και ντελικάτο πλάσμα! Ο Ζυλιέν είναι λάτρης του Μέγα Ναπολέοντα τον οποίο ταυτόχρονα φροντίζει να αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας – έχετε αρχίσει να πιάνετε κάπως την αντιφατικότητά του; - και πιστεύω πως σε όλο το έργο μιμείται σε επίπεδο κοινωνικό, τις στρατηγικές τακτικές που εφάρμοσε ο σπουδαίος αυτός στρατηλάτης στα πεδία των μαχών αλλά και στην σφαίρα της πολιτικής. Μια σειρά από αδιάκοπες επιθέσεις, υπαναχωρήσεις, διαπραγματεύσεις, συμβιβασμούς και αδιαλλαξίες, έτσι ακριβώς κουμαντάρει τη ζωή του αυτό το αλλόκοτο πλάσμα. Για παράδειγμα το παρακάτω απόσπασμα αναφέρεται στον τρόπο που σκέφτεται να δράσει ο ήρωας σχετικά με μια ερωτική πολιορκία:

«Στη μάχη που ετοιμάζεται, συνέχισε, η έπαρση της καταγωγής θα είναι ένα είδος ψηλού λόφου σε στρατηγική θέση ανάμεσα σ’ εκείνη και σ’ εμένα. Εκεί πάνω πρέπει να ελιχθώ. Έκανα πάρα πολύ άσχημα που έμεινα στο Παρίσι. Η αναβολή του ταξιδιού μου με ταπεινώνει και μ’ εκθέτει, αν όλα αυτά είναι σκέτο παιχνίδι. Τί κινδυνος υπήρχε αν έφευγα; Τους κορόιδευα αν με κορόιδευαν.Αν το ενδιαφέρον της για μένα ήταν κάπως πραγματικό, τότε θα εκατονταπλασίαζα αυτό το ενδιαφέρον». (σελ. 397)

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο στην ιστορία αυτήν υπάρχουν οι φιλελεύθεροι μεγαλοαστοί που έχουν το χρήμα αλλά όχι τους τίτλους ευγενείας, οι τρομοκατημένοι ευγενείς που μετά από την περίοδο της εξορίας τους, μετά την Γαλλική Επανάσταση, θέλουν, αλλά δεν μπορούν, να επαναφέρουν τα μεσαιωνικά μοναρχικά ιδεώδη, η Εκκλησία διαιρεμένη ανάμεσα στους φιλοσοφούντες γιανσενιστές και τους πολιτικάντηδες ιησουίτες και ο λαός, μια μάζα γκρίζα και εξαρτημένη από όλους τους προηγούμενους, για την επιβίωσή της.

Ο συγγραφέας συχνά πυκνά υποστηρίζει πως όσα γράφει, είναι αποτέλεσμα της εξονυχιστικής έρευνας που προκύπτει από την ενδελεχή παρατήρηση της κοινωνίας, την οποία απεικονίζει πιστά. Είναι λοιπόν ο κόσμος που ζούμε τόσο κυνικός, τόσο αλλοπρόσαλλος και αντιφατικός; Ας αναλογιστούμε για μια στιγμή, τις ζωές μας, τα όσα μας επιβάλλονται έξωθεν και άνωθεν. Τί υπάρχει λοιπόν να πιαστούμε για να επιβιώσουμε μέσα σε αυτήν την παράνοια; Μήπως είναι όλα μάταια; Αν το κόκκινο αναμιχθεί με το μαύρο, γίνεται μαύρο. Το μαύρο είναι η απουσία του φωτός που καταπίνει τα πάντα. Κι η αλήθεια, την οποία αναζητεί μάταια ο Ζυλιέν φαίνεται πως μπορεί να αποκαλυφθεί ίσως εν εσόπτρω και εν αινίγματι μέσα από τον καθρέφτη της Τέχνης και της Λογοτεχνίας:

«Μάλιστα, κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέφτης που τον περιφέρουν σε έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ’ ουρανού, άλλοτε το βούρκο απ΄τις λασπολακκούβες του δρόμου. Και τότε τον άνθρωπο που κουβαλάει τον καθρέφτη μ’ ένα κοφίνι στη ράχη του, θα τον κατηγορήσετε γι’ ανήθικο! Ο καθρέφτης του δείχνει το βούρκο κι εσείς κατηγορείτε τον καθρέφτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε τον μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος, κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες». (σελ. 427)

Update Ξημέρωμα 4ης Αυγούστου 2016 (μα να μη μπορώ να κλείσω μάτι)


Ανακάλυψα πως το συγκεκριμένο μυθιστόρημα βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Και συγκεκριμένα στην ιστορία του Antoine Berthet, γιου σιδερά ο οποίος εργάστηκε στην υπηρεσία ενός αξιωματούχου της Γκρενόμπλ, ονόματι Michoud. Η ιστορία του, πανομοιότυπη με αυτή του Ζυλιέν δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα la Gazette des tribunaux στα 1828. (βλέπε: Harold Bloom, Stendhal (Bloom's Major Novelists: Comprehensive Research and Study Guide), Chelsea House Pub, Langhorne, Pennsylvania, U.S.A., 2001 και επίσης D. L. Gobert, Cliffs Notes on The Red and The Black, 1967)


Τώρα όλα μου φαίνονται πιο ξεκάθαρα. Βέβαια αύριο στη δουλειά θα κουτουλάω αλλά χαλάλι. Αυτό που με ξένιζε σε αυτό το βιβλίο και με έκανε να φαντάζομαι διάφορα, ήταν ακριβώς το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν έτοιμο σκελετό. Η ιστορία – αρχή, μέση και τέλος – είναι ήδη προκαθορισμένη. Αλλά η σάρκα της, η επένδυση του σκελετού έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα, γιατί εκεί επάνω ο Σταντάλ ασκεί την κριτική του και εκφράζει την δυσαρέσκειά του για την γαλλική κοινωνία του 1830. Κάπου λοιπόν αυτό το δέσιμο εμφανίζει ρωγμές. Μέσα από αυτές ξεδιπλώνεται το ταλέντο του συγγραφέα, αλλά η σκέψη και η κοσμοθεωρία του δεν είναι συμβατή με την αρχική ιστορία οποία θα απαιτούσε μια απλούστερη δομή και πιο συμβατικούς χαρακτήρες. Έτσι προκύπτει αυτό το αινιγματικό αμάλγαμα, από ένα λογοτεχνικό «ατύχημα» φαίνεται πως γράφτηκε ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δεν ξέρω κατά πόσο στέκει όλο αυτό αλλά εμένα με ικανοποιεί, πάω να ξεραθώ ευτυχισμένη.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top


 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum