Εμίλ Ζολά, Η περιουσία των Ρουγκόν (La Fortune des Rougon), Απόσπασμα.

View previous topic View next topic Go down

Εμίλ Ζολά, Η περιουσία των Ρουγκόν (La Fortune des Rougon), Απόσπασμα.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:10 am

Αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα, από το πρώτο μυθιστόρημα των Ρουγκόν – Μακάρ με τίτλο: Η περιουσία των Ρουγκόν. Περιγράφει τα βάσανα και τις δυστυχίες της μικρούλας Μιέτ Σαντεγκρέιλ, από τη στιγμή, που μπαμπάς της καταδικάζεται στα κάτεργα και απομένει ορφανή.

Η Μιέτ θα ήταν με το ζόρι εννέα ετών, την εποχή που ο πατέρας της μπήκε στην φυλακή για τον φόνο του χωροφύλακα. Η δίκη του Σαντεγκρέιλ άφησε εποχή και πολλοί την θυμούνται ακόμα. Ο λαθροκυνηγός παραδέχτηκε ευθέως την ενοχή του˙ ορκιζόταν ωστόσο πως ο χωροφύλακας τον σημάδευε με την κάνη του τουφεκιού του «απλώς προσπαθούσα να προστατέψω τον εαυτό μου, είπε στους δικαστές, πρόκειται για νόμιμη άμυνα και όχι φόνο». Ποτέ δεν άλλαξε την γραμμή υπεράσπισής του. Στάθηκε αδύνατο για τον πρόεδρο του δικαστηρίου να τον πείσει πως ενώ ένας χωροφύλακας έχει το δικαίωμα να πυροβολήσει έναν λαθροκυνηγό, ο λαθροκυνηγός δεν έχει το δικαίωμα να πυροβολήσει το χωροφύλακα. Ο Σαντεγκρέιλ γλίτωσε την γκιλοτίνα λόγω των προθέσεών του και του πρότερου εντίμου βίου του. Αυτός άνδρας έκλαψε σα μωρό, όταν του έφεραν να δει την κορούλα του, λίγο πριν την αναχώρησή του για τη Τουλόν .

Η μικρούλα, που είχε χάσει τη μητέρα της από τότε που ήταν ακόμα στην κούνια, έμεινε αρχικά μαζί με τον παππού της στο Σαβανόζ, ένα χωριό κοντά στα περάσματα του Σέιγ. Όταν χάθηκε ο λαθροθήρας, ο γεράκος και το μικρό κορίτσι υποχρεώθηκαν να ζουν από τις ελεημοσύνες. Οι κάτοικοι του Σαβανόζ, όλοι τους κυνηγοί, προσφέρθηκαν να βοηθήσουν τα φτωχά πλάσματα που ο κατάδικος άφησε πίσω του. Ωστόσο ο παππούς σύντομα πέθανε από τη θλίψη του. Η Μιέτ απέμεινε ολομόναχη και θα κατέληγε να ζητιανεύει στους πέντε δρόμους, αν οι γείτονες δεν θυμούνταν πως είχε κάποια θεία, στο Πλασσάν. Κάποιος πονόψυχος είχε την καλοσύνη να μεταφέρει ως εκεί το παιδάκι, ωστόσο η θεία της την υποδέχτηκε μάλλον άσχημα.

Η Ευλαλία Σαντεγκρέιλ παντρεμένη με τον κολίγο Ρεμπυφά ήταν μια μεγάλη, μαυριδερή διαβολογυναίκα που κυβερνούσε το σπίτι της με σιδερένια πυγμή. Έσερνε τον άνδρα της από την μύτη, καθώς έλεγαν οι κακές γλώσσες του προαστίου στο Πλασσάν. Η αλήθεια ήταν πως ο Ρεμπυφά, που διψούσε για δουλειές και κέρδη, αισθανόταν ένα είδος σεβασμού γι’ αυτήν την γιγάντισσα, η οποία συνδύαζε μια ασυνήθιστα μεγάλη δύναμη με μια σπάνια ψυχραιμία και οικονομία.

Χάρη σε εκείνη, η οικογένειά τους πρόκοβε. Ο κολίγος άρχισε να γκρινιάζει, όταν επιστρέφοντας το βράδυ στο σπίτι του, βρήκε εγκατεστημένη εκεί μέσα την Μιέτ. Αλλά η γυναίκα του, τον αποστόμωσε λέγοντας με την τραχιά φωνή της:
«Εχ! Η μικρή είναι γεροδεμένη˙ θα μας φανεί χρήσιμη σαν υπηρέτρια˙ θα την ταΐζουμε και θα γλιτώνουμε μισθούς».

Αυτός ο υπολογισμός καλάρεσε στον Ρεμπυφά. Έφτασε ως το σημείο να ψηλαφίσει τα μπράτσα του παιδιού, για να δηλώσει κατόπιν με ικανοποίηση πως το παιδάκι ήταν ιδιαίτερα δυνατό για την ηλικία του. Η Μιέτ ήταν τότε εννέα ετών. Από την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισε η εκμετάλλευσή της. Οι εργασίες μιας αγρότισσας του Νότου είναι πιο ελαφριές από εκείνες του Βορρά. Σπάνια θα τις δει κάποιος να σκάβουν το χώμα, να κουβαλούν τα φορτώματα και γενικά να κάνουν ανδρικές δουλειές. Μαζεύουν τα στάχυα, τις ελιές και τα φύλλα από τις μουριές˙ η πιο κοπιαστική τους υποχρέωση είναι το ξεχορτάριασμα. Η Μιέτ δούλευε με όρεξη. Η ζωή της υπαίθρου της χάριζε χαρά και υγεία. Όσο καιρό ζούσε η θεία της όλο γελούσε. Η άξια γυναίκα, παρόλη την χοντροκοπιά της, αγαπούσε την Μιέτ σα να ήταν δικό της παιδί˙ δεν την άφηνε να κάνει τις αγγαρείες που συχνά ο άντρας της πήγαινε να της φορτώσει, λέγοντάς του:
«Α! Για κοίτα ένα ξυπνοπούλι! Μα δεν καταλαβαίνεις, μωρέ όρνιο πως αν την παρακουράσεις σήμερα, δεν θα μπορεί να πάρει τα πόδια της αύριο;»
Αυτό το επιχείρημα ήταν αποφασιστικό. Ο Ρεμπυφά χαμήλωνε το κεφάλι και κουβαλούσε ο ίδιος το φορτίο που ήθελε να βάλει στους ώμους του κοριτσιού.

Η Μιέτ θα ζούσε την απόλυτη ευτυχία κάτω από την μυστική προστασία της θείας Ευλαλίας, αν δεν είχε τις παρενοχλήσεις από τον ξάδερφό της, που τότε ήταν δεκάξι χρονών και που περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του μισώντας και καταδιώκοντάς την. Οι πιο ευτυχισμένες στιγμές του Ζυστέν ήταν όταν κατάφερνε, με κάποιο χοντρό ψέμα του, να την βάλει σε μπελάδες. Κάθε φορά που της έβαζε τρικλοποδιές ή την έσπρωχνε απότομα, υποκρινόμενος πως δεν την είχε προσέξει, γελούσε και ένιωθε την ικανοποίηση που αισθάνονται οι κακόβουλοι άνθρωποι με τις δυστυχίες των συνανθρώπων τους. Η Μιέτ ωστόσο τον κοιτούσε με τα μεγάλα μαύρα, παιδικά της μάτια με ένα βλέμμα που άστραφτε από θυμό και βουβή αξιοπρέπεια κι αυτό έκοβε τα χάχανα του θρασύδειλου νεαρού. Κατά βάθος φοβόταν τρομερά την ξαδέρφη του.

Το κορίτσι πλησίαζε στα έντεκα όταν, εντελώς ξαφνικά, η θεία Ευλαλία πέθανε. Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν στο σπίτι. Ο Ρεμπυφά άρχισε σταδιακά να αντιμετωπίζει την Μιέτ ως απλή εργάτρια. Την φόρτωνε με ένα σωρό από βαριές εργασίες και την χρησιμοποιούσε ως υποζύγιο. Αυτή δεν παραπονιόταν ποτέ, γιατί πίστευε πως έπρεπε να του χρωστάει ευγνωμοσύνη. Τα βράδια, ξεθεωμένη από την κούραση, θρηνούσε για τη θεία της, εκείνη την τρομερή γυναίκα της οποίας την κρυμμένη καλοσύνη συνειδητοποιούσε μόλις τώρα. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν η σκληρή δουλειά που την στενοχωρούσε˙ την ευχαριστούσε η δύναμή της, και ένιωθε περήφανη για τα δυνατά της χέρια και τους στιβαρούς της ώμους.

Αυτό που την ενοχλούσε ήταν ο γεμάτος καχυποψία έλεγχος του θείου της, οι ατέλειωτες επικρίσεις του, και ο εκνευριστικός τρόπος που της φερόταν σα να ήταν ο αφέντης της. Πλέον ήταν σαν ξένη μέσα σε αυτό το σπίτι. Ακόμα και ένας ξένος θα είχε καλύτερη αντιμετώπιση από εκείνη. Ο Ρεμπυφά εκμεταλλευόταν αδίστακτα τη μικρή, φτωχή συγγενή του υποκρινόμενος πως την κρατάει κοντά του από φιλανθρωπία. Το κορίτσι του ξεπλήρωνε στο δεκαπλάσιο τη σκληρή του φιλοξενία και δεν περνούσε μέρα που να μην ακούει κατσάδες για το ψωμί που έτρωγε. Ειδικά ο Ζυστέν έκανε τα πάντα για να την πληγώνει.

Από τη στιγμή που πέθανε η μητέρα του, βλέποντας πόσο απροστάτευτη ήταν πλέον η Μιέτ, εξαντλούσε όλη του τη μοχθηρία προκειμένου να της κάνει ανυπόφορη την ζωή. Το πιο καταχθόνιο μαρτύριο που σκαρφίστηκε ήταν το να της μιλάει διαρκώς για τον πατέρα της. Το φτωχό κορίτσι, μέχρι τότε ζούσε μακριά από τις κακίες του κόσμου, κάτω από την προστασία της θείας της, η οποία είχε απαγορεύσει σε όλους να αναφέρουν τις λέξεις κάτεργα ή κατάδικος μπροστά την μικρή, δυσκολευόταν να καταλάβει την σημασία αυτών των λόγων. Και ήταν ο Ζυστέν αυτός που φρόντισε να τις της μάθει, παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή για τη δολοφονία του χωροφύλακα και την καταδίκη του Σαντεγκρέιλ. Δεν τσιγκουνευόταν στις αποκρουστικές λεπτομέρειες: οι κατάδικοι είχαν μια μπάλα δεμένη στο πόδι τους, δούλευαν δεκαπέντε ώρες την ημέρα, ο θάνατος ήταν η οριστική τους καταδίκη˙ το κάτεργο ήταν ένας φρικιαστικός τόπος, τον οποίο φρόντιζε να σκιαγραφεί με τα πιο μελανά χρώματα.

Η Μιέτ τον άκουγε, αποσβολωμένη, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Μερικές φορές την έπιανε στα ξαφνικά ένα βίαιο ξέσπασμα που υποχρέωνε τον Ζυστέν να υποχωρήσει βιαστικά κάτω από την απειλή της σφιγμένης γροθιάς της. Όπως και να έχει, δεν χόρταινε να απολαμβάνει αυτή την σκληρή μύηση της κοπέλας στα βάσανα της φυλακής. Όταν ο πατέρας του, μπροστά στην παραμικρή απροσεξία της κοπέλας, της έβαζε τις φωνές, ο ξάδερφός της δεν έχανε ευκαιρία να πεταχτεί κι αυτός για να την γεμίσει προσβολές εκ του ασφαλούς. Και αν εκείνη προσπαθούσε να δικαιολογηθεί της έλεγε:

«Εχ! Το αίμα νερό δεν γίνεται. Θα καταλήξεις στα κάτεργα σαν τον πατέρα σου».
Τότε η Μιέτ ξεσπούσε σε κλάματα, χτυπημένη κατάστηθα, συντετριμμένη από τη ντροπή και τελείως αδύναμη.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 117
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top

- Similar topics

 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum