Βαγγέλης Προβιάς, Πλατεία Μεσολογγίου

View previous topic View next topic Go down

Βαγγέλης Προβιάς, Πλατεία Μεσολογγίου

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 11:46 am

Πλατεία Μεσολογγίου

Βαγγέλης Προβιάς

Ολκός, 2016
192 σελ.
ISBN 978-960-8154-82-7




Είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων που κυκλοφορεί ο Προβιάς. Δεν υπάρχει πλέον η δικαιολογία του πρωτόλειου. Στοχεύω λοιπόν να είμαι αυστηρή, αμείλικτη στην κριτική μου. Ήταν μια απολαυστική εμπειρία. Γλωσσικά και στυλιστικά φαίνεται πως έχει σημειωθεί μεγάλη εξέλιξη. Η τεχνική του, δεν έχει φτάσει ακόμα στο απόγειό της, φαίνεται πως ακόμα πειραματίζεται τόσο θεματολογικά, όσο και υφολογικά, ωστόσο το έργο του αποκτά ταυτότητα. Είναι ο συνδυασμός κάποιων ιδιαίτερων στοιχείων και ο τρόπος που αυτά χωνεύονται που πετυχαίνει να δώσει στο έργο του έναν ξεχωριστό, μοναδικό χαρακτήρα.

Ο Προβιάς, αγαπά να παίζει με τις παλ αποχρώσεις. Συχνά η αίσθηση που αφήνουν οι ιστορίες του είναι μελαγχολική και γλυκόπικρη. Τρυφερότητα, νοσταλγία, ευαισθησία, ανικανοποίητο, χωρίς εξάρσεις, σαν την καθημερινή ζωή. Κι εκεί ακριβώς πετυχαίνει. Είναι ένας από τους διηγηματογράφους που μπορεί να απεικονίσει τις σκηνές της Καθημερινότητας. Να αναδείξει όλες αυτές τις μικρές και συχνά απαρατήρητες λεπτομέρειες που απαρτίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου.

Τι είναι η πραγματική πλατεία Μεσολογγίου; Την ξέρω αυτήν την πλατεία. Πριν μετακομίσει το υποκατάστημα της ΔΕΗ από την Πρατίνου και Αμασείας, την διέσχιζα τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο. Είναι μια πλατεία αδιάφορη στο μάτι, η ενσάρκωση της μικροαστικής, αφόρητα τετριμμένης επαναλαμβανόμενης εικόνας του αθηναϊκού αστικού τοπίου. Είναι τόσο αδιάφορη που μπορεί να σε κάνει να πεθάνεις από πλήξη. Κι όμως. Μέσα από το τρυφερό, δημιουργικό βλέμμα του συγγραφέα, τόσο αυτή όσο και οι άλλες πλατείες που αναφέρονται στη συλλογή μεταμορφώνονται σε θεατρικές σκηνές, λιτές και δωρικές που καταφέρνουν να χωρέσουν έναν τεράστιο θίασο από μορφές, χαρακτήρες και γεγονότα. Ιστορίες από τη ζωή μας όπως την ξέρουμε. Διηγήσεις από την πραγματικότητά μας όπως την βιώνουμε. Το έχει αυτό το χάρισμα ο Προβιάς, να σου μπήγει την τελευταία στιγμή, με ένα λογοτεχνικό γύρισμα, την μαχαιριά στην καρδιά και να σε υποχρεώνει να δεις πτυχές του εαυτού σου, να αναδύονται μέσα από την παρουσίαση των ηρώων του.

Εκείνα λοιπόν τα διηγήματα που αξιοποιούν αυτές τις συγγραφικές αρετές είναι τα πιο επιτυχημένα. Η εστίαση σε κομμάτια της καθημερινής ζωής των σύγχρονων ανθρώπων, η εμβάθυνση στα συναισθήματά τους, τα μικρά και μεγάλα δράματά τους, καθώς και οι χαρές, οι ελπίδες τους, όλα αποκτούν μια υλική υπόσταση, γίνονται αληθινά, απτά, οικεία, γιατί ενέχουν τις ποιότητες εκείνες που προσδιορίζουν τη σύγχρονη, αστική κοινωνία. Το πρώτο διήγημα με τίτλο "Πλατεία Μεσολογγίου» μπορεί να εκληφθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο σαν μια σκυταλοδρομία χαρακτήρων με τους οποίους μπορούμε να ταυτιστούμε και να τους αναγνωρίσουμε ως σημεία αναφοράς.

Έτσι μοιραία, ο Προβιάς, υποχρεώνεται από τη θεματολογία του να γίνει αθηναιογράφος, παρ’όλο που δεν εκτυλίσσονται όλες οι ιστορίες του σε αυτήν την πόλη, ωστόσο, το άρωμα, τόσο το καυσαέριο όσο και ευωδιά από τις ανθισμένες νερατζιές, είναι αμιγώς αθηναϊκό. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Γιατί μια πόλη είναι κάτι ζωντανό, ακόμα και στα χαλάσματα και στα ερείπιά της υπάρχουν ιστορίες που περιμένουν κάποιον να τις καταγράψει και να τις διηγηθεί και σε εμάς τους υπόλοιπους. Το δεύτερο διήγημά του, με τίτλο «Αυτό δεν είναι λαβ στόρυ» ανήκει σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Μια καθημερινή ιστορία ματαιωμένων πόθων και ακυρωμένων ελπίδων που εκφράζεται μέσα από τον σχεδόν ενστικτώδη οπορτουνισμό του κεντρικού ήρωα. Είναι τόσες πολλές οι χαμένες ευκαιρίες που τελικά συχνά αρπάζουμε ό,τι βρεθεί μπροστά μας, καθώς οι στόχοι μας σβήνουν και μετατρέπονται σε απωθημένα. Έτσι αρκούμαστε σε υποκατάστατα.

Από όλα το «Οι σάπιοι άνθρωποι» είναι το πιο χιουμοριστικό. Είναι μια βιτριολική αν και καλόκαρδη κριτική απέναντι στην ανθρώπινη υποκρισία. Μια υποκρισία που αδυνατεί να αποδεχτεί αυτό που έχει στενόμυαλα – και αυθαίρετα - ορίσει ως διαφορετικό. Και μάλιστα το ενδιαφέρον στον χολερικό μονόλογο του κυρίου Χονδροκώστα (ή πιο σωστά τον μονόλογο της Ελληνικής Γειτονιάς) είναι η επίφαση της καλοσύνης με την οποία βαυκαλίζεται. Δεν επιθυμεί να προκαλέσει κακό, υποτίθεται, απλά ως υπερασπιστής μιας παρωχημένης ηθικής, βλέπει – με ηδονή – την διασάλευση μιας κατεστημένης πραγματικότητας κι αυτή ακριβώς η ανατροπή δίνει τροφή και νόημα στην δική του κενότητα. Ζηλεύει, κακολογεί και τελικώς απαξιώνει αυτό που ο ίδιος δεν πέτυχε ποτέ: Την αληθινή ευτυχία. Σε βαθμό που τελικά σκέφτομαι πως οι ηθικολόγοι αυτού του κόσμου είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που δεν μπορούν να υποφέρουν το στίγμα της προσωπικής τους αποτυχίας, οπότε την προβάλλουν επάνω σε ό,τι τους προκαλεί τον φθόνο.

Στην ίδια αισθητική και υφολογική διάσταση εντάσσονται και τα διηγήματα «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», «Η Θάλεια και ο Λουκάς», «Σιωπή» και «Το καπάκι». Μάλιστα στο «Η Θάλεια και ο Λουκάς» είναι ξεκάθαρη η αναφορά στον πρόσφατο θάνατο του Παντελή Παντελίδη, αν και δεν αναφέρει πουθενά το όνομα του ίδιου του καλλιτέχνη. Αυτό το επικαιρικό στοιχείο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ως προς τον τρόπο που, μέσα από γεγονότα της καθημερινής ειδησεογραφίας, βρίσκουμε αφορμές να εκτονώσουμε όσα μας πνίγουν αλλά δεν έχουμε τον τρόπο να εκφράσουμε διαφορετικά. Μήπως ακριβώς η ίδια λογική δεν διέπει για παράδειγμα τα στάτους στο φέισμπουκ τα οποία εκφράζουν το πένθος και την συμπαράσταση των ανθρώπων απέναντι σε κάποια θλιβερή είδηση; Είναι αφορμές (που γρήγορα θα ξεχαστούν, ως τη στιγμή που θα ξαναχτυπήσει κάπου αλλού μια άλλη τραγωδία) να εκφράσουμε τον δικό μας προσωπικό πόνο, τους δικούς μας φόβους και ανασφάλειες.

Την ίδια αντιστοιχία είδα και στο διήγημα με τίτλο «Η μέθοδος των τριών». Κι εκεί, χωρίς να υπάρχει σαφής αναφορά, μου θύμισε την εποχή που τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ήταν γεμάτα από αναφορές στους δραπέτες της φυλακής των Τρικάλων (2013) και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Ωστόσο εκεί ο συγγραφέας δεν τα καταφέρνει. Η τεχνική του και η αισθητική του δεν ταιριάζει με την δομή που δίνει στην ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει πως το διήγημα δεν είναι καλογραμμένο. Αλλά πατάει μόνο με το ένα πόδι στην πραγματικότητα. Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορούν να απεικονιστούν με την τρυφερή, ρεαλιστική αντικειμενικότητα του Προβιά. Παραείναι σκληρά και σοκαριστικά. Θέλουν άλλο είδος διαχείρισης. Πιο ωμή. Η τολμάς ή δεν τολμάς. Αλλιώς είναι σαν να προσφέρεις στους αναγνώστες σου λάσπη με ζάχαρη. Ή θα τους δώσεις γροθιά στο στομάχι ή μείνε σε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά. Ή κάνε μικρά βήματα, μη πέφτεις με τα μούτρα σε τόσο βαθιά νερά. Υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στην αστική παραβατικότητα και τον βούρκο του οργανωμένου εγκλήματος.

Και για να μιλήσω με παραδείγματα. Κάποτε είχαν φέρει δώρο στον ξάδερφό μου ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια αμερικάνικα που δεν κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Και μια συμμορία, στα Εξάρχεια του τα έκλεψε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι του (στη Βικτώρια) με τις κάλτσες. Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία, ένα μικρό δράμα, που θα μπορούσε να την έχει γράψει ο Βαγγέλης Προβιάς και να την αναδείξει στην εντέλεια. Αλλά την αληθινή ιστορία της Αμαλίας Γκινάκη από τα Κάτω Πατήσια για να κατάφερνε να την αποδώσει (αν -λέμε τώρα- αποφάσιζε να την κάνει θέμα μιας μελλοντικής ιστορίας του) θα έπρεπε να αναπτύξει μια εντελώς διαφορετική αφηγηματική τεχνική και να χρησιμοποιήσει εντελώς διαφορετικά υλικά, από λεξιλόγιο ως το χτίσιμο της πλοκής, τη δομή των χαρακτήρων και την σκιαγράφηση (ή μη) των συναισθημάτων των ηρώων. Γιατί είναι κάποιες ιστορίες, που δεν ανήκουν στη σφαίρα της καθημερινότητας ακόμα και όταν την διασχίζουν, είναι μεν αληθινές, αλλά τόσο έξω από τον καθημερινό ορίζοντα γεγονότων του μέσου ανθρώπου, που απαιτούν –και το τονίζω – ιδιαίτερη μεταχείριση. Διαφορετικά βγαίνει ένα εντελώς λάθος αποτέλεσμα παρ’ όλες τις αρχικές, καλές προθέσεις.

Με τον ίδιο τρόπο «Η θάλασσα της Σιρίας» και ακόμα περισσότερο «Η κίνηση του ήλιου» καταπιάνονται επιδερμικά και γλυκανάλατα με υποθέσεις που δεν σηκώνουν ωραιοποίηση. Ναι, ένας μετανάστης που γίνεται αντρική πόρνη για να ζήσει, μπορεί να αναζητά ψύγματα τρυφερότητας. Αλλά έτσι όπως παρουσιάζεται μοιάζει σαν ατελής επινόηση του συγγραφέα και όχι με αληθινό πρόσωπο. Κι όσο για το δεύτερο διήγημα με τον βασανιστή της χούντας, παρ’ όλο που θα μπορούσε να αποτελεί αληθινή ιστορία, είναι τόσο κακά τοποθετημένη που αποτυγχάνει παταγωδώς. Είναι τελείως διαφορετικό το πλαίσιο των αρχιβασανιστών της χούντας του Παπαδόπουλου από εκείνο που περιγράφεται ας πούμε στην ταινία Death and the Maiden του Πολάνσκι. Υπάρχουν κοινά σημεία, φυσικά. Η φρίκη και η ανάγκη για συμφιλίωση. Η ενοχή και η επιθυμία για εξιλέωση. Αλλά τα πρωτοπαλίκαρα της Φρειδερίκης και οι εγχώριοι εκτελεστές της ψυχροπολεμικής ατζέντας ανήκουν σε ένα διαφορετικό ιστορικό – άρα κατ’ επέκταση και αισθητικό –πλαίσιο. Είναι λεπτές αυτές οι διαφορές αλλά αυτές είναι που κάνουν τη διαφορά. Τη διαφορά ανάμεσα στο αληθινό και στο αληθοφανές.

«Η μοναξιά των αστεριών» και «Το καπάκι» που ανέφερα και παραπάνω αποτελούν ιστορίες ενηλικίωσης και ως τέτοιες είναι άρτια δοσμένες και αρκούντως απολαυστικές. Ο «Κόκκινος λεκές στο πουκάμισο» και κυρίως τα «Φαγώσιμα έντομα» και «Το φορτίο» φαινομενικά δεν δένουν με τις υπόλοιπες ιστορίες, καθώς έχουν χαρακτήρα περισσότερο υπαρξιακό, αλληγορικό, με στοιχεία φαντασίας κάπως δυστοπικά, κάπως αποτραβημένα από την πραγματικότητα, ωστόσο μου άρεσαν πάρα πολύ. Μου θύμισαν ας πούμε κάπως το «Φέτος δεν θα πάει διακοπές...» που είχα διαβάσει στην πρώτη συλλογή με τίτλο «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης». Άλλωστε πολλοί συγγραφείς αγαπούν να δραπετεύουν με αυτόν τον τρόπο. Έτσι διευρύνουν τη θεματολογία τους και εμπλουτίζουν το υλικό τους.

Κι όσο για το διήγημα που είναι στρατηγικά τοποθετημένο στο τέλος, «Το αγόρι που είμαστε όλοι» συνοψίζει επιτυχημένα το πνεύμα της συλλογής.

Έγραψα σεντόνι. Το ξέρω. Αλλά ήταν πολλά τα συναισθήματα και οι σκέψεις που μου άφησε το βιβλίο αυτό και έπρεπε να τα εκφράσω. Ο Προβιάς είναι από τους πολύ καλούς λογοτέχνες μας. Πιστεύω σε αυτόν. Περιμένω από αυτόν τα καλύτερα. Ένα τελευταίο στοιχείο θέλω να αναφέρω, που μου άρεσε πολύ, και θα σταματήσω. Συχνά μέσα στις ιστορίες του γίνονται αναφορές σε βιβλία, βιβλιοθήκες ή ακόμα και σε βιβλιοπωλεία. Αυτό είναι κάτι που κάθε συνεπής βιβλιοφάγος μπορεί να εκτιμήσει καθώς για όλους εμάς που διαβάζουμε μανιωδώς το βιβλίο αποτελεί κομμάτι της δικής μας, αληθινής και αυθεντικής Καθημερινότητας. Και είναι ωραίος ο τρόπος που ο Προβιάς αποτίει φόρο τιμής σε αυτήν την αξεπέραστη συνήθεια της βιβλιοφιλίας και της φιλαναγνωσίας.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top


 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum