Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

View previous topic View next topic Go down

Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 02 Oct 2016, 2:09 am

Η μετάφραση της Λούρδης από την εφημερίδα "Ακρόπολις" δημοσιεύεται σε συνέχειες από τις 31/7/1894 έως 31/12 1894.
Στα γαλλικά πρωτοκυκλοφόρησε την ίδια ακριβώς χρονιά (σε συνέχειες στο Gil Blas 14/4 έως 14/8/1894 και ως βιβλίο από τον Charpentier στις 25 Ιούλη του ίδιου έτους, βλέπε και Zola: A Life, του Frederick Brown, εκδ. Johns Hopkins University Press, Λονδίνο – Βαλτιμόρη 1996, σελ. 681).

Δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Δεν έχω βρει καμία αξιόπιστη πληροφορία για το εάν όντως είναι ο Παπαδιαμάντης ο μεταφραστής ή κάποιος άλλος. Κάποια κομμάτια της μετάφρασης έχουν χαθεί για πάντα.

Συγκεκριμένα: Η μετάφραση της Λούρδης του Ζολά στην Εφημερίδα “Ακρόπολις” στην 19η επιφυλλίδα (19 Αυγούστου 1894) διακόπτεται και συνεχίζεται από την 28η επιφυλλίδα (28 Αυγούστου 1894).Η αιτία είναι η καταστροφή των τυπογραφείων και των γραφείων της εφημερίδας από μερίδα στρατιωτικών που είχαν ενοχληθεί από άρθρα της. (το γεγονός αναφέρει και η Πηνελόπη Δέλτα στις "Ρωμιοπούλες")

Η μετάφραση του δεύτερου μέρους της τριλογίας με τίτλο Ρώμη, δεν έχει μεταφραστεί από την συγκεκριμένη εφημερίδα, η οποία απλώς προχωράει κατευθείαν στην δημοσίευση του τρίτου μέρους με τίτλο "Παρίσι" από τις 1 /11 /1897 έως 7/6/1898 και είναι προβληματική. Κάποιες επιφυλλίδες είναι τόσο κακοτυπωμένες που το κείμενο δεν διαβάζεται και σε κάποιο σημείο υπάρχει μια τρύπα, από κάποιον που έκοψε μια αγγελία μάλλον, και έτσι λείπει κείμενο. Ωστόσο όποιος θέλει να κατεβάσει τα συγκεκριμένα κείμενα σε pdf μπορεί να τα βρει ψηφιοποιημένα από την Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Δεν έχω βρει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει πως αυτές οι δύο μεταφράσεις κυκλοφόρησαν ποτέ σε βιβλίο.

Είναι ο Παπαδιαμάντης ο μεταφραστής;

Σε ένα άρθρο στο βήμα όπου δίνουν συνέντευξη ο Ο φιλόλογος Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος μαζί με την κόρη του Λαμπρινή αναφέρουν:

"Στην “Ακρόπολι”, λόγου χάρη, όλες οι μεταφράσεις που καταγράφει ο Βαλέτας δεν είναι του Παπαδιαμάντη• καταγράφει μεταφράσεις του Ζολά, που δεν είναι του Παπαδιαμάντη".

Πηγή: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=315286

Αντίθετα στη μελέτη της Τριανταφυλλιάς Ν. Κασσέτα με γενικό τίτλο: Ο Γαλλικός ρεαλισμός και νατουραλισμός στην ελληνική πεζογραφία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20 αιώνα: Αφηγηματικές τεχνικές. 2010 την οποία η ερευνήτρια έχει ανεβάσει στο ΕΚΤ, αναφέρεται πως τουλάχιστον δύο μέρη της τριλογίας έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη: Αι τρεις πόλεις. Λούρδη, Ακρόπολις, 31-07-1894 και Το Παρίσι, Ακρόπολις, 01-11-1897.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Πολύ λίγο υλικό, ελάχιστες πληροφορίες, αντικρουόμενες απόψεις, για την ώρα κανένα νέο ασφαλές συμπέρασμα. Παρακάτω παραθέτω τη αντιγραφή των επιφυλλίδων, εντελώς πρόχειρα, χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία, σωστούς τόνους και πνεύματα. Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να κάνω. Αν η προσπάθειά μου καταφέρει να φανεί χρήσιμη σε κάποιον άλλο θα είναι χαρά μου.





ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΕΙΣ

ΛΟΥΡΔΗ

ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ Α


Ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα Ακρόπολις Κυριακή 31 Ιουλίου 1894

Εντός της ολοταχώς βαινούσης αμαξοστοιχίας, ενώ οι προσκυνηταί και οι ασθενείς σεσωρευμένοι επί των σκληρών καθισμάτων της τρίτης θέσεως  επεράτουν τον ύμνον Ave maris stella, ον ήρξαντο αναμέλποντες ευθύς ως εξήλθον του σταθμού της Αυρηλίας, η Μαρία ημιεγηγερμένη επί της κλίνης αυτής του κλαυθμώνος, τεταραγμένη εκ πυρετού ανυπομονησίας, διέκρινε τα περί τους Παρισίους οχυρώματα.  
- Α! Τα οχυρώματα! Ανέκραξε περιχαρής καίπερ αλγούσα. Είμεθα έξω από το Παρίσι, εφύγαμε επί τέλους!
Προ αυτής, ο πατήρ της, κ. δε Γερσαίν, ιμειδίασε δια την χαράν της∙ ενώ ο αββάς Πέτρος Φρομάν, όστις την ητένιζε μετ’ αδελφικής στοργής, είπεν υψηλοφώνως, απροσεκτών ως εκ του ανησύχου αυτού οίκτου.
- Έχομε ίσα μ’ αύριο το πρωί να ταξειδεύωμε, έτσι∙ δεν θα είμεθα εις Λούρδην ή εις τα τρεις και σαράντα. Είκοσι δύο και πλέον ώραις θα ταξειδεύωμε!
Ήτο η ώρα πεντέμιση, ο ήλιος προ μικρού ανέτειλεν αιγλήεις εν τη αιθρία εξαισίας πρωίας.
Ήτο Παρασκευή 19 Αυγούστου.
Άλλ’ ήδη εν των ορίζοντι βαρύτατα μικρά νέφη προήγγελλον φοβεράν ημέραν θυελλώδους καύσωνος. Και αι πλάγιαι ακτίνες διεπέρων τα διαμερίσματα της σιδηροδρομικής αμάξης, πληρούσαι αυτά δια παλλομένης χρυσοκόνεως.
Η Μαρία, καταληφθείσα αύθις υπό της αδημονίας αυτής εψέλλισε.
- Ναι, είκοσι δύο ώραις, θεέ μου! Πόσον αργούμε ακόμη.
Και ο πατήρ της την εβοήθησε να κατακλιθή αύθις εν τη στενή αυτής λάρνακι, τω ναρθηκι εκείνω, εν ω έζη από επτά ετών. Συνήνεσαν να παραλάβουν εξαιρετικώς εν τω βαγονίω των αποσκευών τα δύο ζεύγη των τροχών, άτινα αφηρούντο και προσηρμόζοντο αύθις εις το φορείον, ίνα περιάγεται αύτη εποχουμένη.  
Εστενοχωρημένη μεταξύ των σανίδων του κινητού τούτου φερέτρου, κατείχε τρεις θέσεις εν τω βαγονίω, και έμενε προς ώραν με τα βλέφαρα κλειστά, με το πρόσωπον ισχόν και πελιδνόν, παραμένουσα λεπτοφυέστατα παιδική δια την ηλικίαν των είκοσι τριών της ετών, θελκτικωτάτη μολαταύτα εν μέσω της θαυμασίας ξανθής κόμης της, κόμης ηγεμονικής ην η νόσος εφαίνετο σεβομένη.
Περιβεβλημένη απλουστάτην εκ μελανού ερίου εσθήτα είχεν ανηρτημένον από του λαιμού το δελτίον το ενδεικνύον την ιδιότητα αυτής ως τροφίμου νοσηλευτηρίου και φέρον το όνομά της και τον αύξοντα αυτής αριθμόν. Απήτησεν αφ’ εαυτής την ταπείνωσιν ταύτην, μη θέλουσα άλλως τε να επιβαρύνη κατ’ ελάχιστον τους οικείους της, οίτινες κατά μικρόν περιήλθον εις μεγάλας οικονομικάς δυσχερείας. Και ούτω ευρίσκετο εκεί εις την τρίτην θέσιν, εν τη λευκή αμαξοστοιχία, τη αμαξοστοιχία των ασθενών, τη οδυνηροτάτη των εν Λούρδην κατευθυνομένων κατά την ημέραν εκείνην δεκατεσσάρων αμαξοστοιχιών, εκείνη εν η ήσαν σεσωρευμένα, πλην των πεντακοσίων υγιών προσκυνητών, υπέρ τα τριακόσια ελεεινά όντα εξηντλημένα εκ της αδυναμίας, συνεσπασμένα εκ της οδύνης, μεταφερόμενα ολοταχώς απ’ άκρου εις άκρον της Γαλλίας.
Ο Πέτρος, δισηρεστημένος διότι την ελύπησεν, εξηκολούθει ατενίζων αυτήν με την ωσεί συγκεκινημένου μεγαλειτέρου αδελφού έκφρασίν του. Ήτον τριακονταετής, ωχρός, λεπτοφυής, με ευρύ μέτωπον. Μεριμνήσας περί των ελαχίστων λεπτομερειών του ταξειδίου ηθέλησε να την συνοδεύση, εγένετο επίκουρον μέλος του Νοσηλευτηρίου της Παναγίας της Σωτείρας και έφερεν επί του ράσου του τον μετά κροκίνου παρυφής ερυθρόν σταυρόν των νοσοκόμων. Ο κ. δε Γερσαίν δεν είχε καρφώση επί του εκ φαιάς ερέας επενδύτου του ή τον μικρόν πορφυρούν σταυρόν των προσκυνητών. Εφαίνετο καταγοητευμένος που εταξείδευε, με τα βλέμματα πάντοτε προς τα έξω, μη δυνάμενος να κρατή ακίνητον το ωσεί αξιαγάστου και αφηρημένου πτηνού κρανίον του, φαινόμενος ακμαιότατος, καίπερ υπερβάς το πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του.
Άλλ’ εν τω παρακειμένω διαμερίσματι, κατά βιαιότερον συγκλονισμόν της αμαξοστοιχίας, όστις απέσπασε στόνους από της Μαρίας, η Αδελφή Υακίνθη ηγέρθη. Παρετήρησεν ότι η νεάνις έκειτο υπό τον ήλιον.
-Κύριε αββά, κλείστε λοιπόν τον ήλιο. Ελάτε πρέπει να συγυρισθούμε τώρα.
Εν τω μελανώ ράσω των μοναχών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τω ιλαρυνομένω δια της λευκής καλύπτρας, της λευκής τραχηλιάς, της μεγάλης λευκής ποδιάς, η Αδελφή Υακίνθη εμειδία, δραστηριώτατα ενεργητική.
Η νεότης αυτής ήνθει επί του μικρού και ραδινού της στόματος, εν τω βάθει των ωραίων κυανών οφθαλμών, των αείποτε συμπαθών.
Δεν ήτο ίσως ευειδής, αλλ’ αξιάγαστος, λεπτοφυής, λιγυρά,με στήθος άρρενος παιδός υπό το προστήθιον μέρος της ποδιάς, αγαθού χιονολεύκου παιδός, υπερεκχειλίζοντος εξ υγείας, εξ ευθυμίας και αθωότητος.
- Αλλά καίει φοβερά ήδη ο ήλιος! Σας παρακαλώ, κυρία, τραβήξτε και σεις τον μπερντέ.
Κατέχουσα την γωνίαν, παραπλεύρως της μοναχής, η κυρία δε Ζογκιέρ εκράτει έτι επί των γονάτων τον μικρόν της σάκκον. Ετράβηξε βραδέως το παραπέτασμα.
Μελάγχρους και σωματώδης, ήτο έτι ερασμιωτάτη, καίπερ έχουσα θυγατέρα είκοσι τεσσάρων ετών, την Ραϋμόνδην, ην δια λόγους ευπρεπείας είχε τοποθετήσει μετά δύο νοσηλευτριών δεσποινών, της Κυρίας Δεζανιώ και της Κυρίας Βολμάρ, εις βαγόνιον πρώτης θέσεως.
Αύτη, διευθύντρια αιθούσης τινός του εν Λούρδη Νοσοκομείου της Παναγίας των τεθλιμμένων, δεν εγκατέλειπε τους ασθενείς της∙ και εις την θύραν του διαμερίσματος προς τα έξω, εταλαντεύετο η κεκανονισμένη πινακίς, εφ ης ήσαν αναγεγραμμένα, κάτωθεν του ονόματός της, τα ονόματα των συνοδευουσών αυτήν δύο μοναχών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Απομείνασα χήρα συζύγου πτωχεύσαντος, αποζώσα μετρίως μετά της θυγατρός της εξ εισοδήματος τεσσάρων πέντε χιλιάδων φράγκων εις το βάθος αυλής τινός της οδού Βανώ, ήτο ανεξαντλήτως φιλελεήμων, αφιέρου πάσας αυτής τας ώρας εις το νοσηλευτικόν ίδρυμα της Παναγίας της Σωτείρας, ου έφερε και αύτη τον ερυθρόν σταυρόν επί της εσθήτος της, και ου ήτο μία των δραστηριωτάτων και διακαεστάτων εργατίδων.
Χαρακτήρος κάπως υπερηφάνου, ασμενίζουσα εν τη κολακεία και τη αγάπη, έχαιρε δια το κατ’ έτος τελούμενον ταξείδιον τούτο, εν ω ικανοποίει το τε πάθος και την καρδίαν της
-Έχετε δίκαιον αδελφή μου, πρέπει να συγυρισθούμε. Δεν ηξεύρω διατί κρατώ ακόμη αυτόν τον σάκκον.
Και απέθεσε αυτόν πλησίον, υπό το κάθισμα.
-Σταθήτε, υπέλαβε η αδελφή Υακίνθη, έχετε το δοχείο με το νερό μεσ’ τα πόδια σας. Σας ενοχλεί.
-Όχι, όχι σας βεβαιώ. Αφήστε το. Κάπου πρέπει να ευρίσκεται.
Τότε αμφότεραι, ως έλεγον, εσυγυρίσθησαν ίνα διατρίψουν εκεί όσον το δυνατόν ανετώτερα μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, μετά των ασθενών των. Το δυσάρεστον ήτο ότι δεν ηδυνήθησαν να παραλάβουν την Μαρίαν εις το διαμέρισμά των, ταύτης θελησάσης να κρατήση παρ’ εαυτή τον Πέτρον και τον πατέρα της∙ αλλ’ υπεράνω του χαμηλού διαφράγματος συνεκοινώνουν, εγειτνίαζον ελευθέρως.
Άλλως τε, όλον το βαγόνιον, τα πέντε διαμερίσματα, ων έκαστον δια δέκα επιβάτας, δεν απετέλουν ή ένα μόνον νοσηλευτικόν κοιτώνα, αίθουσαν κινουμένην και κοινήν, ην επεθεώρει τις δι’ ενός μόνου βλέμματος. Υπό τα γυμνά και κιτρινωπά ξύλινα τειχώματα, υπό το ολόλευκον φάτνωμα της οροφής, εξετείνετο αληθής αίθουσα νοσοκομείου εν τη αταξία, εν τω κυκεώνι αυτοσχεδίου φορητού νοσηλευτηρίου.
Ημικεκρυμμένα υπό τα καθίσματα κατέκειντο δοχεία, λεκάναι, σάρωθρα, σπόγγοι. Είτα, της αμαξοστοιχίας μη παραλαμβανούσης αποσκευάς, αι των επιβατών τοιαύται ήσαν σεσωρευμέναι τήδε κακείσε, βαλίζαι, μάρσιποι, λευκοξύλινα κιβώτια, καπελιέραι, σωρεία οικτρά ελεεινών πραγμάτων εφθαρμένων, επιδιορθωμένων δια θώμιγγος∙ και ο υπερβολικός φόρτος συνεχίζετο και μετεώρως, φόρτος ενδυμάτων, δεμάτων, κανίστρων κρεμαμένων από των χαλκίνων αναρτήρων και αναπαυδήτως ταλαντευομένων.
Εν μέσω της σωρείας ταύτης των πεπαλαιωμένων και τετριμμένων αντικειμένων οι κατάκοιτοι ασθενείς, επί των στενών αυτών στρωμάτων κατέχοντες πολλάς θέσεις, εταλαντεύοντο παρασυρόμενοι υπό των παταγωδών τιναγμών των τροχών∙ ενώ οι δυνάμενοι να παραμείνουν καθιστοί, εστήριζον τα νώτα επί των τειχωμάτων, επερείδοντο επί προσκεφαλαίων με την όψιν πελιδνήν.
Κατά τον κανονισμόν εν εκάστω διαμερίσματι έπρεπε να υπάρχη ανά μία νοσηλεύτρια. Εις το έτερον άκρον ευρίσκετο Δευτέρα μοναχή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Αδελφή Κλαίρη.
Προσκυνηταί υγιείς ηγείροντο, έπινον και έτρωγον ήδη. Εις το βάθος μάλιστα, υπήρχεν ολόκληρον διαμέρισμα γυναικών, δέκα προσκυνητριών συνωνιστισμένων, νεαρών και προβεβηκυιών, πασών οικτρώς και ελεεινώς δυσειδών. Και επειδή δεν ετόλμων να καταβιβάσουν τους υαλοπίνακας των θυρίδων ένεκα των εν τω βαγονίω φθισικών, ζέστη ήρχιζεν, οσμή αφόρητος, ην κατά μικρόν εφαίνοντο αναπέμποντες οι τιναγμοί του ολοταχούς δρόμου.
Εν Ζυβιού εγένετο ήδη μία δέησις. Και εσήμαινεν η έκτη ώρα, διήρχοντο δε προ του σταθμού της Βρετινής,εν μέση καταιγίδι, ότε η Αδελφή Υακίνθη ηγέρθη.
Αύτη διηύθυνε την εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων, ων οι πλείστοι των προσκυνητών παρηκολούθουν το πρόγραμμα εν μικρώ κυανοδέτω βιβλιαρίω.
-Τον Angelus, τέκνα μου, είπε μειδιώσα με το μητρικόν αυτής ύφος, όπερ η υπερτάτη αυτής νεότης καθίστα τοσούτω θελκτικόν και τοσούτω πράον.
Αύθις, οι Οίκοι της Παναγίας εξειλίχθησαν.
Και περί το πέρας αυτών ο Πέτρος και η Μαρία επρόσεξαν δύο γυναίκας, αίτινες κατείχον τας δύο άλλας γωνίας του διαμερίσματός των.


Last edited by Νικολέτα Μποντιόλη on Fri 30 Dec 2016, 10:24 am; edited 2 times in total
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 02 Oct 2016, 4:42 pm

Ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα Ακρόπολις Κυριακή 31 Ιουλίου 1894, συνέχεια στην 2η σελίδα.



Η μία ήτις ευρίσκετο παρά τους πόδας της Μαρίας, ήτο λεπτοφυής ξανθή, με εξωτερικόν αστής, ηλικίας τριάκοντα ετών, μαραμένη προώρως. Ήτο μαζευμένη, δεν έπιανε τόπον, με το σκούρο φόρεμά της, τ’ αποκεχρωματισμένα μαλλιά της, το επίμηκες και επώδυνον πρόσωπον, το αποπνέον απεριόριστον απόγνωσιν, μελαγχολίαν άπειρον.
Απέναντι ταύτης, η ετέρα, ήτις εκάθητο επί του θρανίου του Πέτρου, εργάτις ομήλικος με μαύρην καλύπτραν, με πρόσωπον κατηρειπωμένον υπό της πενίας και της ανησυχίας, εκράτει επί των γονάτων της κοράσιον επταετές τοσούτω ωχρόν, τοσούτω ζαρωμένον, ώστε εφαίνετο μόλις τετραετές.
Με την ρίνα ισχνοτάτην, με τα βλέφαρα μελανιασμένα κλειστά, εν τη κηρίνω αυτής όψει, η παις δεν ηδύνατο να ομιλήση∙ και δεν ηκούετο ή μικρόν παράπονον, γόος ήπιος, όστις εκάστοτε εσπάρασσε την καρδίαν της επ’ αυτής κυπτούσης μητρός.
-Τρώγει ολίγο σταφύλι; Επρότεινε δειλώς η κυρία, άφωνος μέχρι της στιγμής εκείνης. Έχω εις το καλαθάκι μου.
-Ευχαριστώ, κυρία, απήντησεν η εργάτις. Δεν πίνει παρά γάλα, και πάλιν...Εφρόντισα να πάρω μαζί μου.
Και ενδίδουσα εις την εκμυστηρευτικήν ανάγκην των τεθλιμμένων, είπε την ιστορίαν της.
Εκαλείτο κυρία Βενσάν, έχασε τον σύζυγόν της, χρυσωτήν το επάγγελμα, αποβιώσαντα εκ φθίσεως. Μείνασα μόνον μετά της μικράς της Ρόζας, ήτις ήτο η λατρεία της, ειργάσθη νυχθημερόν ως ράπτρια δια να την αναθρέψη. Αλλ’ επήλθεν η ασθένεια. Από δέκα τεσσάρων ετών την την εκράτει ούτω εν τη αγκάλη της, επί μάλλον και μάλλον αλγούσαν και λεπτυνομένην, αποβαλούσαν πάσαν σχεδόν υπόστασιν...
Ημέραν τινά, αύτη ήτις ουδέποτε εκλησιάζετο εισήλθεν εις εκκλησίαν, ωθουμένη υπό της απογνώσεως, επικαλουμένη την ίασιν της θυγατρός της∙ και εκεί ήκουσεν φωνήν λέγουσα αυτή να την οδηγήσει εις Λούρδην, όπου θα ηλέει αυτήν η Παναγία. Ουδένα γνωρίζουσα, αγνοούσα προσέτι πώς οργανούνται αι των προσκυνητών μεταβάσεις,δεν κατείχετο ή υπό μιας μόνης ιδέας∙ να εργασθή, να εξοικονομήση τα οδοιπορικά έξοδα, να προμηθευθή εισιτήριον και ν’ αναχωρήση με τους υπολειπομένους αυτή τριάκοντα οδηγούς, να μη παραλάβει μεθ’ αυτής ή φιάλην γάλακτος δια την κόρην της, χωρίς καν να φροντίση ν’ αγοράση τεμάχιον άρτου δι’ εαυτήν.
-Και τί αρρώστια έχει το καϋμένο; Υπέλαβεν η δέσποινα.
-Ω! Κυρία, φθίσι των εντέρων βέβαια. Άλλ’ οι γιατροί έχουν δικά τους ονόματα για τις αρρώστιες. Στην αρχή δεν είχε παρά ολίγους κωλικόπονους. Έπειτα η κοιλιά επρίσθηκε, και επονούσε, ω! Τόσω πολύ, που σου ερχότανε να κλάψης. Τώρα η κοιλιά ξεπρίσθηκε∙ αλλά αυτή και το τίποτα είνε ένα, δεν έχει πλέον σκέλια, τόσο ίσχνευσε∙ και λυόνει ολοένα ’στους ιδρώτες...
Είτα, επειδή η Ρόζα εγγόγγυσεν ανοίξασα τα βλέφαρα, η μήτηρ επέκυψεν, ανήσυχος, ωχριούσα.
-Πουλάκι μου, αγάπη μου, τί έχεις;... Θέλεις να πιής;
Αλλ’ ήδη η μικρά κόρη, ης εφάνησαν τ’ απλανή θολοκύανα όμματα, τα επανέκλεισε∙ και δεν απήντησε καν, επαναπεσούσα εις την ληθαργώδη αυτής αδυναμίαν, πάλλευκος εν τη παλλεύκω εσθήτι της, υπερτάτη φιλαρεσκεία της μητρός της, ήτις ηθέλησε το περιττόν τούτο έξοδον, επί τη ελπίδι ότι η Παναγία θα ήτο αγαθωτέρα προς μικράν ασθενή καλοενδεδυμένην και ολόλευκον.
Μετά μικράν σιωπήν, η κυρία Βενσάν υπέλαβε:
-Και σεις, κυρία, για τον εαυτόν σας πηγαίνετε εις Λούρδην;... Φαίνεσθε πως πάσχετε.
Αλλλ’ η κυρία εταράχθη, εχώθη αλγεινώς εις την γωνίαν της, ψελλίζουσα:
-Όχι, όχι! Δεν πάσχω... Είθε να έπασχα! Θα υπέφερα ολιγώτερον.
Εκαλείτο κυρία Μαζ, είχεν εν τη καρδία ανίατον θλίψιν. Συζευχθείσα εξ έρωτος φαιδρόν νέηλυν με χείλη ραδινά, είδεν εαυτήν εγκαταλειπομένην μετά σελήνην του μέλιτος ήτις διήρκεσεν έν έτος.
Πάντοτε αποδημών, περιοδεύων ως παραγγελιοδόχος κοσμημάτων ο σύζυγός της, όστις εκέρδιζε πολλά εγένετο άφαντος επί εξάμηνον, ηπάτα αυτήν απ’ άκρου εις άκρον της Γαλλίας, παρελάμβανε μάλιστα μεθ’ εαυτού και γυναίκας ελευθερίων ηθών.
Και αύτη τον ελάτρευε, εθλίβετο τοσούτω φρικωδώς ώστε ερρίφθη εις την θρησκείαν. Τέλος απεφάσισε να μεταβή εις Λούρδην ίνα ικετεύση την Παναγίαν να σωφρονίση τον σύζυγόν της και της τον αποδώση.
Η Κυρία Βενσάν χωρίς να εννοή, ησθάνθη εν τούτοις ενώπιον αυτής μέγα ηθικόν άλγος∙ και αμφότεραι εξηκολούθησαν προσβλέπουσαι αλλήλαις, η εγκαταλελειμένη γυνή η ψυχορραγούσα εν τω έρωτι αυτής και η μήτηρ η φθίνουσα διότι έβλεπε φθίνον το τέκνον της.
Εν τούτοις ο Πέτρος ήκουσεν ως και η Μαρία. Επενέβη, εξέφρασεν απορίαν πώς η εργάτις δεν έθεσε την κόρην της υπό την προστασίαν του νοσηλευτικού ιδρύματος. Η εταιρία της Παναγίας της Σωτείρας ιδρύθη υπό των Αυγουστίνων μοναχών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μετά τον πόλεμον, όπως εργασθή υπέρ σωτηρίας της Γαλλίας, και αμύνης της εκκλησίας δια της κοινής προσευχής και της ενασκήσεως της αγαθοεργίας∙ και ούτοι προκαλούντες την κίνησιν των μεγάλων προσκυνημάτων ιδιαίτατα εδημιούργησεν και απαύστως ηύρυναν το εθνικόν προσκύνημα το κατ’ έτος περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου τελούμενον εν Λούρδη. Ολόκληρος σοφώτατος οργανισμός ετελειοποιήθη ούτω κατά μικρόν, εράνων συλλεγομένων καθ’ άπαντα τον κόσμον, ασθενών παραλαμβανομένων εξ όλων των ενοριών, ιδιαιτέρων συμφωνιών με τας σιδηροδρομικάς εταιρίας∙ συν τη τοσούτω δραστηρία αρωγή των μοναχών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και τη ιδρύσει του νοσηλευτηρίου της Παναγίας της Σωτείρας, ευρυτάτης εταιρίας πάσης αυταπαρνήσεως, εν η άνδρες και γυναίκες του καλού κόσμου, ως επί το πλείστον τεταγμένοι υπό τας διαταγάς του διευθυντού των προσκυνημάτων, ενοσήλευον τους ασθενείς, τους μετέφερον, εμερίμνων περί της ευταξίας. Οι ασθενείς ώφειλον να υποβάλωσιν έγγραφον αίτησιν όπως χορηγηθή αυτοίς η «Ξενία» ήτις απήλασσεν αυτούς και των ελαχίστων έτι δαπανών του ταξειδίου και της διαμονής∙ παρελάμβανον αυτούς κατ’ οίκον και τους επανέφερον πάλιν∙ δεν είχον όθεν να παραλάβουν μεθ’ εαυτών ή ολίγην τροφήν δια τον δρόμον.
Οι πλείστοι, αληθώς, συνιστώντο υπό ιερέων ή αγαθοεργών προσώπων, οίτινες υπελαμβάνοντο του ελέγχου, της εξευρέσεως των αναγκαιούντων πιστοποιητικών. Μεθ’ ο οι ασθενείς  διετέλουν πλέον απολύτως αμέριμνοι, δεν ήσαν πλέον ή οικτρά σαρξ υποκειμένη εις οδύνην ή θαυματουργίαν, εν ταις αδελφικαίς χερσί των νοσηλευτών και νοσηλευτριών.
-Αλλά, κυριά, εξήγει ο Πέτρος, ήρκει ν’ αποτανθήτε εις τον εφημέριον της ενορίας σας. Η ατυχής αύτη κόρη ήτο αξία πάσης συμπαθείας.Θα την εδέχοντο αμέσως.
-Δεν ήξευρα, κύριε αββά.
-Ώστε πώς εκάματε;
-Κύριε αββά, επήγα κ’ επήρα ένα εισιτήριον από το μέρος που μούδειξε μια γειτόνισσα που διαβάζει εφημερίδες.
Ηννόει τα εισητήρια, με τιμάς λίαν ηλαττωμένας, τα διανεμόμενα εις τους προσκυνητάς τους δυναμένους να πληρώνουν.
Και η Μαρία, ακροωμένη, κατελαμβάνετο υπό μεγάλου οίκτου και υπό ποιάς τινός αισχύνης∙ αύτη ήτις δεν ήτο εντελώς άπορος, είχε κατορθώση να τη επιδαψιλευθή η «ξενία» χάρις εις τον Πέτρον, ενώ η μήτηρ εκείνη και το οικτρόν της τέκνον δώσασαι τας ευτελείς αυτών οικονομίας, απέμειναν χωρίς λεπτό.
Αλλά τιναγμός βιαιότερος του βαγονίου απέσπασεν απ’ αυτής κραυγήν.
- Ω! Πατέρα, σε παρακαλώ, ανασήκωσέ με λιγάκι. Δεν ημπορώ πλέον να ήμαι ξαπλωμένη ’στη ράχη.
Και αφού ο κ. δε Γερσαίν την ανεσήκωσεν ώστε να καθίση, εστέναξε βαθύτατα. Μόλις είχον υπερβή το Ετάν, εις απόστασιν μιας και ημισείας ώρας από των Παρισίων, και η κόπωσις ήδη επήρχετο μετά του θερμοτέρου ηλίου, του κονιορτού και του θορύβου.
Η κυρία Ζογκιέρ ηγέρθη όπως εγκαρδιώση την νεάνιδα με κανένα καλόν λόγον υπεράνω του διαφράγματος.
Η αδελφή Υακίνθη ηγέρθη αύθις και αύτη, εκρότησε φαιδρώς τας χείρας, ίνα ακουσθή και επιβληθή απ’ άκρου εις άκρον του βαγονίου.
- Ε! Ε! Να μη έχωμε τον νουν μας όλο σ’ τους μικρούς μας πόνους. Ας προσευχώμεθα και ας ψάλλωμεν, η Παναγία θα είνε μαζί μας.
Ήρξατο πρώτη αναμέλπουσα το Ροζάριον, κατά το κείμενον της Παναγίας της Λούρδης∙ και πάντες οι ασθενείς και οι προσκυνηταί ηκολούθησαν αυτήν.
Ήτο η αρχή του Ροζαρίου, τα πέντε ιλαρά μυστήρια, ο Ευαγγελισμός, ο Χαιρετισμός, η Γέννησις, η Υπαπαντή και η ανεύρεσις του Σωτήρος.
Είτα πάντες ανέμελψαν τον ύμνον: «Τον ουράνιον ενατενίσωμεν αρχάγγελον...» Αι φωναί εθρυμματίζοντο εν τω πατάγω των τροχών, δεν ηκούετο ή η υπόκωφος βοή της ποίμνης εκείνης ήτις ησφυκτία εντός κλειστού βαγονίου, ολισθαίνουσα ατελευτήτως.
Καί τοι θρήσκος, ο κ. δε Γερσαίν ουδέποτε ηδύνατο ν’ αποπερατώση ύμνον τινά. Ηγείρετο, εκάθητο πάλιν, Εστηρίχθη τέλος επί του διαφράγματος και ήρχισε συνδιαλεγόμενος χαμηλοφώνως μετ’ ασθενούς καθημένου παρ’ αυτό τούτο το διάφραγμα εν τω παρακειμένω διαμερίσματι. Ο κ. Σαβανιέ ήτο ανήρ πεντηκοντούτης, κοντόπαχος, με κρανίον αδρόν και αγαθόν, ολοσχερώς φαλακρόν. Από δέκα πέντε ετών προσεβλήθη υπό αταξίας, πάσχων εκ διαλειμμάτων, πλην έχων τα σκέλη νοσόπληκτα ήδη, εντελώς παράλυτα: Και η σύζυγός  του ήτις τον συνώδευε, του τα μετεκίνει δίκην νεκρών σκελών, όταν τω εφαίνοτο ταύτα υπεράγαν βαρέα, όμοια προς όγκους μολύβδου.
- Ναι, κύριε, εμέ που με βλέπετε, είμαι πρώην καθηγητής της πέμπτης τάξεως του λυκείου του Καρλομάγνου. Κατ’ αρχάς επίστευσα πως επρόκειτο περί απλής ισχιάδος. Έπειτα επήλθον οι καυστικοί πόνοι, ηξεύρετε, οι ερυθροπυρωμένες σπαθιαίς μεσ’ τους μυς. Επί δέκα περίπου έτη, προσεβλήθη κατά μικρόν όλον μου το σώμα, συνεβουλεύθην όλους τους ιατρούς, μετέβην εις όλα τα ιαματικά λουτρά μπορείτε να φαντασθήτε, και τόρα υποφέρω ολιγότερον, αλλά δεν ημπορώ πλέον να κινηθώ από την πολυθρόνα μου... Έτσι εγώ οποίος έζησα χωρίς θρησκείαν, επέστρεψα εις τον Θεόν με την ιδέαν ότι ήμην παραπολύ αξιολύπητος, και ότι η Παναγία της Λούρδης αδύνατον να μη με λυπηθεί.
Ο Πέτρος κινηθείσης της περιεργείας [...]

(εδώ τελειώνει η δεύτερη σελίδα και πάμε σε επόμενη συνεχιζοντας στην ίδια ημερομηνια Κυριακή 31 Ιουλίου 1894)

[...] του εστηρίχθη και ούτος επί του διαφράγματος και ήκουε.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Thu 06 Oct 2016, 10:31 pm



- Δεν είνε αλήθεια, κύριε Αββά, ότι η οδύνη είναι η αρίστη εξέγερσις των ψυχών; Είναι το έβδομον έτος που μεταβαίνω εις Λούρδην, χωρίς να απελπίζωμαι περί της ιάσεώς μου. Φέτος, είμαι πεπεισμένος, η Παναγία θα με θεραπεύση. Ναι, ελπίζω τα μέγιστα ότι θα περιπατήσω πάλιν, και δεν ζω πλέον ή με αύτην την ελπίδα.
Ο κ. Σαβανιέ διεκόπη, ηθέλησεν ίνα η σύζυγός του σπρώξη τα σκέλη ολίγον αριστερά∙ και ο Πέτρος τον παρετήρει, ηπόρει ανευρίσκων την εν τη πίστει επιμονήν ταύτην παρ’ ανθρώπω βιώσαντι δια του εγκεφάλου, παρ’ ενί των πανεπιστημιακών εκείνων των συνήθως τοσούτω βολταιριζόντων. Πώς η επί το θαύμα πίστις ηδυνήθη να βλαστήση και να ριζωθή εν τω εγκεφάλω εκείνω; Ως έλεγεν ο ίδιος, η μεγάλη οδύνη εξήγει μόνη την ανάγκην ταύτην της πλάνης της φαντασίας, την άνθησιν ταύτην της αιωνίας παραμυθητρίας.
- Και βλέπετε, η σύζυγός μου και εγώ είμεθα ενδεδυμένοι ωσάν πτωχοί, διότι ηθέλησα φέτος να μην είμαι παρά ένας πτωχός, εξελιπάρησα και εγώ την «ξενίαν» εκ πνεύματος ταπεινώσεως, ίνα η Παναγία μη με ξεχωρίση από τους δυστυχείς, τα τέκνα της... Αλλά μη θέλων να καταλάβω την θέσην πτωχού τινός ασθενούς, κατέβαλα πενήντα φράγκα εις το νοσηλευτήριον, τούθ’ όπερ, ως γνωρίζετε, παρέχει το δικαίωμα να πέρνη κανείς μαζί του και ένα ιδικόν του ασθενή εις το προσκύνημα... Τον γνωρίζω μάλιστα, τον ασθενή μου. Μου τον επαρουσίασαν προ ολίγου εις τον σταθμόν. Είναι φθισικός φαίνεται, και η κατάστασίς του είναι απελπιστική, πολύ απελπιστική...
Επήλθεν αύθις σιγή.
- Επί τέλους, ας τον σώση και αυτόν η Παναγία, η μεγαλοδύναμος και λογισθώ τόσο ευτυχής, οι πόθοι μου όλοι θα εκπληρωθούν!
Οι τρεις άνδρες εξηκολούθησαν συνδιαλεγόμενοι ιδιαιτέρως, απομονούμενοι, ομιλούντες πρώτον περί ιατρικής, είτα ολισθήσαντες εις συζητήσεις περί της ρομανικής αρχιτεκτονικής προκειμένου περί κωδωνοστασίου όπερ είδον επί τινός λόφου, και όπερ πάντες οι προσκυνηταί εχαιρέτισαν δια του σημείου του σταυρού.
Εν μέσω του οικτρού,του ταλαιπωρουμένου εκείνου εσμού, των πτωχών τω πνεύματι εκείνων των απηλιθιωμένων υπό της οδύνης, ο νεαρός ιερεύς και οι δύο μετ’ αυτού συνδιαλεγόμενοι ελησμονούντο, καταληφθέντες αύθις υπό των έξεων της ανεπτυγμένης αυτών διανοίας.
Μία ώρα διέρρευσε, δύο έτι ύμνοι εψάλησαν, είχον υπερβή τους σταθμούς της Τουρύ και των Ωβραί, έτε εις Βεζανσόν κατέπαυσαν τέλος την συνδιάλεξιν αυτών, ακούοντες την αδελφήν Υακίνθην, ήτις αφού εκρότησε τας χείρας της, ανέμελψεν η ιδία δια της αγλαής και ηχηράς φωνής της.
- Parce, Domine parce populo tuo…
Και η υμνωδία επανελήφθη πάσαι αι φωναί ηνώθησαν, η απαύστως αναγεννωμένη πλημμύρα εκείνη των δεήσεων, η κατευνάζουσα την οδύνην, η εξάπτουσα την ελπίδα, κατέκλυζε κατά μικρόν άπασαν την κατατρυχομένην ψυχήν δια της εν τω νω επιφοιτήσεως της χάριτος και της ιάσεως, ας επήγαιναν να εύρουν τόσω μακράν.
Αλλ’ ο Πέτρος ενώ επανεκάθητο είδε την Μαρίαν ωχροτάτην, κλειστά έχουσαν τα όμματα∙ και όμως εκ της οδυνηράς συσπάσεως του προσώπου της, ηννόει κάλλιστα ότι δεν εκοιμάτο.
- Υποφέρεις περισσότερον;
- Ω! Ναι, φρικωδώς. Αδύνατον να ανθέξω μέχρι τέλους, αυτοί οι αιώνιοι ανατιναγμοί...
Εστέναξεν, ηνέωξε τα βλέφαρα. Και έμενεν ως είχεν ανακαθήση, λιποψυχούσα, παρατηρούσα τους λοιπούς ασθενείς.
Ακριβώς, εις το παρακείμενον διαμέρισμα απέναντι του κ. Σαβανιέ, η Γκριβόττη, μέχρι τούδε κατακειμμένη σχεδόν άπνους ωσεί νεκρά, ανηγέρθη. Ήτο υψηλόσωμος κόρη υπερβάσα την τριακονταετίαν, ωσάν ξεγοφιασμένη, παραδοξοτάτη, στρογγυλοπρόσωπος και αφανισμένη, ην η κατσαρά κόμη της και οι πύρινοι οφθαλμοί καθίστων σχεδόν περικαλλή.
Διετέλει εις τον τρίτον βαθμόν της φθίσεως.
- Α, κυρία, είπε αίφνης, αποτεινομένη προς την Μαρίαν δια της βραγχνής, μόλις αντιληπτής φωνής της, τί καλά που θα ήτον να μπορούσε κανείς να ησυχάση ολίγον. Αλλ’ αδύνατον, όλοι αυτοί οι τροχοί είνε σαν να γυρίζουν με, το κεφάλι.
Μόλην την κόπωσιν ην της επροξένει η ομιλία, επέμεινε, παρέσχε λεπτομερείας περί εαυτής.
Ήτο στρωματοποιός επί μακρόν, μετά μιας θείας της, κατεσκεύασε στρώματα από αυλής εις αυλήν, εις Βερσύ∙ και εις τα λοιμώδη έρια, τα οποία έξανε εις την νεότητά της, απέδιδε την νόσον της.
Από πέντε ετών περιήρχετο τα νοσοκομεία των Παρισίων. Ούτω ωμίλει μετά περισσής οικειότητος περί των μεγάλων ιατρών. Αι μοναχαί της Λαριβουαζιέρ, βλέπουσαι αυτήν έχουσαν μεγίστην κλίσιν προς τας ιεροτελεστίας, κατώρθωσαν και να την πείσουν ότι η Παναγία την ανέμενε εις Λούρδην δια να την θεραπεύση.
- Και βέβαια πως έχω την ανάγκην της, λέγουν να πως ο ένας πνεύμων είνε κατεστραμμένος και πως ο άλλος δεν είνε και καλλίτερα. Έχω σπήλαια μέσα μου, ξέρετε. Κατ’ αρχάς πονούσα μόνον ανάμεσα ’στους ώμους και έβγαζα σάλια μόνον. Έπειτα ίσχνευσα, έγινα ελεεινή. Τόρα είμαι πάντα λυωμένη ’στον ιδρώτα, σπάνω στον βήχα, και δεν βγάζω πεια τίποτε, τόσω είνε πηκτά... Και βλέπετε δεν μπορώ να σταθώ ’στα πόδια μου, δεν τρώγω...
Πνιγμονή διέκοψεν αυτήν, επελιδνούτο όλη.
- Αδιάφορον. Καλλίτερα μεσ’ το πετσί μου παρά μεσ’ το πετσί του καλογήρου που είνε στο πλαγινό χώρισμα, πίσω από σας. Έχει ό,τι και εγώ, αλλ’ είνε πειο προχωρημένος από μένα.
Υπατάτο.
Υπήρχε πράγματι εκεί αντινώτως προς την Μαρίαν, νεαρός ιεραπόστολος, ο μοναχός Ισίδωρος, κατάκοιτος επί στρώματος, ο οποίος ήτο όλος αφανής, διότι δεν ηδύνατο ν’ ανασηκώση ούτε το δάκτυλό του. Αλλά δεν ήτο φθισικός, έφθινεν εκ φλογώσεως του ήπατος, εξ ης προσεβλήθη εις Σενεγάλην. Μακρός, μακρός, ισχνότατος, είχεν πρόσωπον κίτρινον, ξηρόν και νεκρόν ως περγαμηνήν. Το απόστημα το σχηματισθέν εν τω ήπατι, κατέληγε διατρυπήσαν το δέρμα, και η διαπύησι τον εξήντλει εν διηνεκεί ρίγει πυρετού εν εμέτοις και εν παραληρήμασι.
Μόνον οι οφθαλμοί του έζων εισέτι, οφθαλμοί αγάπης ασβέστου, ων η φλοξ κατήυγαζε το ωσεί Εσταυρωμένου Χριστού εκπνέον πρόσωπόν του, πρόσωπον χυδαίον αγρότου, όπερ η πίστις και η οδύνη καθίστων αίφνης θείον. Ήτο Βρέτων, υστερότοκος ασθενικός υιός οικογενείας πολυαρίθμου, καταλιπών πέραν εκεί, την ολίγην γην ην εκέκτητο εις τα αδέλφια του. Και μία των αδελφών του τον συνώδευεν, η Μάρθα μικροτέρα του κατά δύο έτη, υπηρέτρια εν Παρισίοις τοσαύτην επιδεικνύουσα αυταπάρνησιν εν τη μηδαμινότητι αυτής ως τα πάντα πληρούσης θεραπαινίδος, ώστε κατέλιπε την θέσιν της δια να τον ακολουθήση, και κατηνάλισκε τας ισχνάς της οικονομίας.
- Ήμην έξω από το βαγόνι, επί της αποβάθρας, όταν τον έχωσαν εις τον σιδηρόδρομον, υπέλαβεν η Γριβόττη. Τέσσαρες άνθρωποι τον κρατούσαν.»
Αλλά δεν ηδυνήθη να είπη πλειότερα. Βηξ συνεκλόνισεν αυτήν, την ανέτρεψεν επί των καθισμάτων. Επνίγετο, τα ροδαλά μήλα των παρειών της εμελάνιαζαν. Και παρευθύς η αδελφή Υακίνθη της ανεσήκωσε την κεφαλήν, της απέμαξε τα χείλη δια πανίου, ερυθρανθέντος.
Η Κυρία δε Ζογκιέρ ταυτοχρόνως επεδαψίλευε τας περιποιήσεις της εις την απέναντι αυτής ασθενή. Την εκάλουν κυρίαν Βενύ, ήτο σύζυγος μικρού ωρολογοποιού της συνοικίας Μουφφετάρ, όστις δεν ηδυνήθη να κλείση το ωρολογοποιείον του δια να την ακολουθήση. Ούτω επεζήτησε την «ξενίαν»∙ δια να είνε βεβαία ότι δεν θα έμενεν άνευ περιποιήσεων. Ο φόβος του θανάτου επανέφερεν αυτήν εις την εκκλησίαν, όπου δεν είχε πατήσει από της πρώτης αυτής μεταλήψεως. Εγίγνωσκεν εαυτήν καταδεδικασμένην, καβιβρωσκομένην υπό καρκίνου του στομάχου∙ και ήδη έφερε το αγριώδες και κρόκινον προσωπείον των εκ καρκίνου πασχόντων, είχε φθάσει εις τα μαύρας αποχρέμψεις, ωσεί εξεμούσα ασβόλην. Καθ’ όλον το ταξείδι δεν είπε λέξιν ακόμη, με τα χείλη εσφραγισμένα, οδυνώσα στυγερώς. Είτα έμετος κατέλαβεν αυτήν και ελιποθύμησεν. Ευθύς ως άνοιγε το στόμα, οσμή φοβερά, δυσωδία ναυτίας πρόξενος, απεπνέετο.
- Είναι αδύνατον πλέον, εψέλλισεν η κυρία δε Ζογκιέρ, ήτις ησθάνετο εαυτήν λιποθυμούσαν, πρέπει ν’ αερίσωμεν ολίγον.
Η αδελφή Υακίνθη είχε ανακλίνη αύθις την Γριβόττην επί των προσκεφαλαίων της.
- Βέβαια, ας ανοίξωμεν ολίγον. Αλλ’ όχι από ’δω, φοβούμαι μη της ξανάλθη ο βήχας... Ανοίξτε από ’κει.
Ο καύσων ήυξανε πάντοτε, ήτο δε πνιγηροτάτη η βαρεία και ναυτιώδης ατμοσφαίρα, και υπήρξεν αληθής ανακούφισις ο εισδύσας ολίγος καθαρός αήρ. Προς στιγμήν ελήφθησαν άλλα μέτρα, εγένετο καθαριότης∙ η μοναχή μετεκίνει τα δοχεία, τας λεκάνας ων το περιεχόμενον απέρριψε δια της θυρίδος∙ ενώ η νοσηλεύτρια δέσποινα, δια σπόγγου, απέμασσε το δάπεδον, όπερ ο κλονισμός του σιδηροδρόμου ανετίναζεν ιταμώς. Εδέησε να τακτοποιηθούν τα πάντα. Είτα επήλθε νέα μέριμνα∙ κόρη λεπτοφυής, ης το πρόσωπον ήτο περικεκαλυμμένον δια μαύρου μανδηλίου, έλεγεν ότι επεινούσε.
Ήδη η κυρία δε Ζογκιέρ προσεφέρετο, μετά της ηρέμου αυτής αυταπαρνήσεως.
- Μη ταρράττεσθε, αδελφή μου∙ θα της κόψω το ψωμί της εις μικρά κομμάτια.
Η Μαρία εν τη κατεχούση αυτήν ανάγκη περισπασμού, ήρχισε προσέχουσα την ακίνητον εκείνην μορφήν, την ούτω αποκεκρυμμένην υπό το μελανόν εκείνο κάλυμμα. Εμάντευσε έλκος τι επί του προσώπου. Τη είχον ειπή απλώς ότι ήτο υπηρετρία.
(Ακολουθεί).
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sat 08 Oct 2016, 3:55 pm



1 Αυγούστου 1894

Η δυστυχής Πικαρδή ονόματι Ελίζα Ρουκέ, ηναγκάσθη να καταλίπη την θέσιν της και έζη εν Παρισίοις, παρά τινί μοναχή, ήτις την εκακομεταχειρίζετο, ουδενός νοσοκομείου θελήσαντος να την δεχθή, διότι δεν είχεν άλλην ασθένειαν. Φιλοθρησκοτάτη, κατείχετο από μηνών υπό της διακαούς επιθυμίας να μεταβή εις Λούρδην. Και η Μαρία προσεδόκα μετά κρυφίου φόβου να παραμερισθή το κάλυμμα.
- Είνε αρκετά μικρά έτσι; Ηρώτα η κυρία δε Ζογκιέρ, μετά μητρικής στοργής. Ημπορείς να τα βάλεις μεσ’ το στόμα σου;
Υπό το μαύρο κάλυμμα φωνή βραχνή εγόγγυσε.
- Ναι, ναι, κυρία.
Τέλος το κάλυμμα αφηρέθη και η Μαρία εφρικίασε.
Ήτο έρπης εσθιόμενος καταλαβών την ρίνα και το στόμα, κατά μικρόν αυξηθείς εκεί, εξέλκωσις βραδεία, απλουμένη απαύστως υπό τας εσχάρας, διαβιβρώσκουσα τους ιστούς. Το δίκην ρύγχους κυνός πρόμηκες πρόσωπον,με την βραχείαν κόμην και τους μεγάλοτς στρογγύλους οφθαλμούς, είχε καταστή φρικώδες. Νυν οι χόνδροι της ρινός ήσαν σχεδόν εφθαρμένοι, το στόμα είχε στρεβλωθή ανασυρόμενον προς τ’ αριστερά υπό του εξοιδήματος του άνω χείλους, όμοιον προς πλαγίαν σχιμάδα, ακάθαρτον και άμορφον. Θρόμβοι αίματος αναμεμιγμένου μετά πύου κατελείβοντο από του τεραστίου πελιδνού έλκους.
- Ω! Κύτταξε Πέτρε! Εψέλλισε τρέμουσα η Μαρία.
Εφρικίασε και ο ιερεύς παρατηρών την Ελίζαν Ρουκέ εισάγουσαν μετά προσοχής τα μικρά τεμάχια του άρτου εις την αιμάσσουσαν οπήν την χρησιμεύουσαν αυτή αντί στόματος. Πάντες οι του βαγονίου εγένοντο πελιδνοί επί τη θέα της βδελυγμίας εκείνης. Και η αυτή σκέψις ανέθορεν εκ πασών των ψυχών τούτων ας εκόλπον η ελπίς.
- Α! Παναγία Παρθένα, μεγαλόχαρη, οποίον θαύμα, εάν τοιούτο έλκος εθεραπεύετο!
- Τέκνα μου, μη μεριμνώμεν περί ημών, εάν θέλωμεν την ευεξίαν, επανέλαβεν η μοναχή Υακίνθη.
Και ήρξατο αναμέλπουσα τα επίλοιπα πέντε μυστήρια, τ’ αλγεινά μυστήρια∙ Τον Ιησούν εις τος Όρος των Ελαιών, τον Ιησούν μαστιγούμενον, τον Ιησούν στέφανον εξ ακανθών περιβαλλόμενον, τον Ιησούν φέροντα τον σταυρόν, τον Ιησούν επί του σταυρού θνήσκοντα. Είτε επηκολούθησεν η δέησις. «Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού...»
Και η Μαρία, αποστρέφουσα τα όμματα από της Ελίζης Ρουκέ, έφερεν αυτά νυν επί ανθρώπου κατέχοντος γωνίαν του ετέρου διαμερίσματος, δεξιά αυτής, εκείνου εν ω κατέκειτο ο μοναχός Ισίδωρος.
Επανειλημμένως τον είχε παρατηρήση, πενιχρότατα ενδεδυμένον δια παλαιάς μαύρης ρεδιγκότας, νεάζοντα εισέτι μετά γενειάδος αραιάς, μιξοπολίου ήδη∙ και εφαίνετο πάσχων υπερβαλλόντως μικρόσωμος και κάτισχνος, με πρόσωπον κατεσκληκός, κάθιδρων.
Εν τούτοις παρέμενεν ακίνητος, χωμένος εις την γωνίαν του, μη ομιλών εις κανένα, παρατηρών ατενώς κατενώπιον αυτού δια των ορθανοίκτων ομμάτων του. Και, αιφνιδίως, παρετήρησεν αύτη ότι τα βλέφαρα επανέπιπτον, και ότι ελιποθύμει.
Τότε εφείλκυσε την προσοχήν της μοναχής Υακίνθης.
- Αδελφή μου, ο κύριος εκείνος δεν είνε καλά, φαίνεται.
- Πού αγαπητή μου;
- Εκεί κάτω, εκείνος που έχει το κεφάλι ριγμένο προς τα  πίσω.
Γενική επήλθε ταραχή, πάντες οι υγιείς προσκυνηταί ηγέρθησαν δια να ίδουν. Και η κυρία Ζογκιέρ εφώναξε προς την Μάρθαν, την αδερφήν του μοναχού Ισιδώρου, να επικρούση τας χείρας του ανθρώπου εκείνου.
- Ρώτησέ τον, πες του που πονεί.
Η Μάρθα εκίνησεν αυτόν, τω υπέβαλεν ερωτήματα. Αλλά ο άνθρωπος δεν απεκρίνετο, έρρεγχεν επιθανατίως, με τους οφθαλμούς κλειστούς πάντοτε.
- Μου φαίνεται πως θα τελειώση.
Ο φόβος ηύξησε. Λόγοι αντηλλάχθησαν, συμβουλαί εδίδοντο από άκρου εις άκρον του βαγονίου.
Ουδείς εγνώριζε τον άνθρωπον.
Δεν ήτο βεβαίως εκ των υπό ξενίαν διατελούντων, διότι δεν έφερεν εις τον λαιμόν το λευκόν δελτίον, το χρώμα της αμαξοστοιχίας. Κάποιος είπεν ότι τον είδε καταφθάνοντα τρία μόνον λεπτά προ της αναχωρήσεως, ότι εσέρνετο βαδίζων και ότι κατέπεσεν εις την γωνίαν εκείνην, όπου εψυχορράγει, ελεεινός εκ της κοπώσεως. Έπειτα δεν εκινήθη. Παρετήρησαν άλλως τε το εισιτήριόν του, περαμένον εις την ταινίαν του παλαιού υψηλού του πίλου, του κρεμασμένου παρ’ αυτόν.
Η μοναχή Υακίνθη ανεφώνησε αίφνης.
- Α! Να, αναπνέει! Ερωτήστε τον πώς λέγεται.
Αλλ’ ερωτηθείς αύθις υπό της Μάρθας, ο ανήρ εξήνεγκεν απλήν στοχαχήν, την μόλις αρθρωθείσαν κραυγήν ταύτην:
- Ω! Πονώ!
Και από της στιγμής ταύτης ταύτην μόνον παρέσχε την απάντησιν.
Εις παν ό,τι ήθελαν να μάθουν, ποίος ήτο, πόθεν ήρχετο, από τί έπασχε, και τί περιποίησιν ημπορούσαν να του κάμουν, δεν απήντα, έρριπτε την συνεχή ταύτην οιμωγήν:
- Ω! Πονώ!... πονώ!
Η μοναχή Υακίνθη εταράττετο εξ ανυπομονησίας. Εάν τουλάχιστον ευρίσκετο εις το αυτό διαμέρισμα! Και απεφάσισε ν’ αλλάξη θέσιν. Αλλά δεν υπήρχε στάσις προ του Πουατιέ. Και ήτο φοβερόν, τοσούτω μάλλον καθόσον η κεφαλή του ανδρός ανεστράφη αύθις.
- Τελειόνει, τελειόνει, επανέλαβε φωνή τις.
Θεέ! Τί να κάμουν; Η μοναχή εγίγνωσκεν ότι ιερεύς της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο πάτερ Μασσίας ευρίσκετο επί του συρμού μετά του Αγίου Μύρου, έτοιμος να χρίση δι’ αυτού τους ετοιμοθανάτους∙ διότι κατ’ έτος απέθνησκον άνθρωποι διαρκούντος του σιδηροδρομικού ταξειδίου.
Αλλά δεν ετόλμα να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου. Υπήρχεν επίσης το βαγόνιον εν ω το κυλικείον διευθυνόμενον της αδελφής Αγίου Φραγκίσκου και εν ω ευρίσκετο ιατρός μετά μικρού φαρμακείου. Εάν ο ασθενής αντείχε μέχρι του Πουατιέ, όπου θα εστάθμευον επί ημίσειαν ώραν, πάσαι αι δυναταί βοήθειαι θα τω παρείχοντο. Το φοβερόν ήτο εάν απέθνησκε προ του Πουατιέ. Καθησύχασαν εν τούτοις. Ο άνθρωπος ανέπνεε κανονικώτερα, και εφαίνετο καθεύδων.
- Ν’ αποθάνη κανείς προτού φθάση, εψέλλισεν η Μαρία φρίσσουσα, ν’ αποθάνη ενώπιον της γης της επαγγελίας!
Και εν ω ο πατήρ της την καθησύχαζε.
- Πονώ, πονώ τόσον πολύ και εγώ!
- Μην απελπίζεσαι, είπεν ο Πέτρος, η Παναγία σ’ επιβλέπει.
Δεν ηδύνατο πλέον να μένει καθιστή, εδέησε να την ανακλίνουν αύθις, εντός του στενού της φερέτρου. Ο πατήρ της και ο ιερεύς εδέησε να καταβάλουν άπειρον προσοχήν, διότι άπειρον προσοχήν, διότι η ελαχίστη πρόσκρουσις απέσπα απ’ αυτής στοναχήν. Και απέμεινε σχεδόν άπνους, ωσεί νεκρά, με το επιθανάτιον αυτής πρόσωπον, εν μέσω της ηγεμονικής της ολοξάνθου της κόμης.
Από τεσσάρων περίπου ωρών εκυλινδούντο, εκυλινδούντο αενάως. Το βαγόνιον εκινείτο επί τοσούτον, εν αφορήτω ζητοειδεί ταλαντεύσει, διότι ήτο το τελευταίον∙ οι δεσμοί αυτού έκριζον, οι τροχοί επατάγουν φρενητιωδώς. Δια των θυρίδων ας ήσαν ηναγκασμένοι ν’ αφίνουν ημιανοίκτους, ο κονιορτός εισώρμα, δριμύς και καυστικός∙ και ιδία ο καύσων καθίστατο φοβερός, καύσων καταιγίδος ολέθριος, υπό ουρανόν αυχμώδη πληρούμενον κατά μικρόν υπό μεγάλων ακινήτων νεφών. Αι υπερθεμαινόμενοι άμαξαι μετεβάλλοντο εις κλιβάνους, οι κυλινδούμενοι εκείνοι κλωβοί εν οις έτρωγαν, οις έπιναν, εν οις οι ασθενείς επλήρουν πάσας αυτών τας ανάγκας, εν τη λοιμώδη ατμοσφαίρα, εν τω ιλίγγω των οιμωγών, των δεήσεων και των ψαλμών.
Και η Μαρία δεν ήτο η μονη ης η κατάστασις έβαινεν επι το χείριο, και οι άλλοι επίσης υπέφεραν από το ταξείδι.
Επί των γονάτων της απεγνωσμένης μητρός της, ήτις παρετήρει αυτήν δια των μεγάλων αυτής θολών οφθαλμών, η μικρά Ρόζα δεν εκινείτο πλέον, τοσούτον ωχρά, ώστε δις η κυρία Μαζ έσκυψε δια να της πιάση τα χέρια με τον φόβον πως θα τα εύρισκε ψυχρά. Ανά πάσαν στιγμήν η κυρία Σαβατιέ ώφειλε να μετακινή τα σκέλη του συζύγου της, διότι το βάρος αυτών ήτο τόσο μέγα, έλεγεν ούτος, ώστε «τα ισχία του ήτον κατακομμένα».
Ο μοναχός Ισίδωρος εξέβαλλε κραυγάς, εν τη συνήθει αυτού νάρκη∙ και η αδελφή του δεν ηδυνήθη να τον ανακουφίσει ή υπανεγείρουσα και κρατούσα αυτόν εν τη αγκάλη της.
Η Γριβόττη εφαίνετο καθεύδουσα, αλλά λυγξ επίμονος ετάραττεν αυτήν, λεπτή γραμμή αίματος κατελείβετο από του στόματός της.
Η κυρία Βετύ εξήμεσεν άπαξ έτι κρουνόν μαύρον και δυσώδη.
Η Ελίζα Ρουκέ δεν εφρόντιζε πλέον ν’ αποκρύπτει το ειδεχθές χαίνον έλκος του προσώπου της.
Και ο άνθρωπος πέραν εκεί, εξηκολούθει ψυχορραγών, εν άσθματι τραχεί, ωσεί κατά πάσαν στιγμήν μέλλων να εκπνεύση.
Μάτην η κυρία δε Ζογκιέρ και η αδελφή Υακίνθη επεδαψίλευον αφειδώς τας περιποιήσεις των, δεν κατώρθουν ν’ ανακουφίσουν τοσαύτα δεινά.
Ήτο κόλασις η άμαξα εκείνη του κλαυθμώνος και της οδύνης η ολοταχώς παρασυρομένη, η κραδαινομένη εν τοις λικνισμοίς αυτής, οίτινες εταλάντευον τας αποσκευάς, τα παλαιά κρεμασμένα ράκη, τα χαλασμένα καλάθια, τα δια θώμιγγος επιδιωρθωμένα∙ ενώ εις το τελευταίον διαμέρισμα, αι δέκα προσκυνήτριαι, αι προβεβηκυίαι και αι νεαραί, πάσαι δυσμορφίας οικτροτάτης, έψαλλον αδιαλείπτως, εις τόνον οξύν, ελεεινόν, παράχορδον.
(Ακολουθεί)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Tue 11 Oct 2016, 12:25 pm



2 Αυγούστου 1894

Τότε ο Πέτρος ανελογίσθη τας επιλοίπους αμάξας του συρμού, του λευκού εκείνου συρμού του μεταφέροντος ιδία τους βαρυνόσους. Άπασαι εκυλινδούντο εν τη αυτή οδύνη, με τους τριακοσίους ασθενείς και τους πεντακοσίους προσκυνητάς των.
Είτα ανελογίσθη τους λοιπούς εκ Παρισίων αναχωρούντας την πρωίαν εκείνην συρμούς, τον φαιόν συρμόν και τον κυανούν συρμόν, τους προπορευθέντας του λευκού, τον πράσινον συρμόν, τον κίτρινον συρμόν, τον ρόδινον συρμόν, τον κρόκινον συρμόν, οίτινες ηκολούθουν αυτόν.
Απ’ άκρου εις άκρον της σιδηροδρομικής γραμμής, συρμοί εκπεμπόμενοι ανά πάσαν ώραν.
Και ανελογίσθη και τους άλλους επίσης συρμούς, τους αναχωρούντας αυθημερόν εξ Αυρηλίας, εκ Μαν, εκ Πουατιέ, εκ Βορδώ, εκ Μασσαλίας, εκ Καρκασόννης.
Η γη της Γαλλίας, τη αυτή εκείνη ώρα, διηυλακούτο κατά πάσας τας διευθύνσεις υπό συρμών ομοίων, κατευθυνομένων πάντων, πέραν εκεί, προς το ιερόν Σπήλαιον, μεταφερουσών τριάκοντα χιλιάδας ασθενών και προσκυνητών προ των ποδών της Παρθένου.
Και ανελογίσθη ότι η απειροπληθής ανθρώπινος πλήμμυρα της ημέρας ταύτης επεφέρετο ακατάσχετος και κατά τας λοιπάς ημέρας του έτους, ότι δεν παρήχετο εβδομάς χωρίς η Λούρδη να υποδεχθή προσκυνητών συνοδείας, ότι δεν προήλαυνεν ούτω η Γαλλία μόνη, αλλ’ άπασα η Ευρώπη, η γη άπασα, ότι κατά τινα έτη μεγάλης ευσεβείας ο αριθμός των προσκυνητών ήτο τριακόσιαι έως πεντακόσιαι χιλιάδες!
Ο Πέτρος ενόμιζεν ότι τους ήκουε τους εν κινήσει συρμούς τούτους, τους πάντοτε επελαύνοντας τούτους συρμούς, τους συγκλίνοντας πάντας προς το αυτό βραχώδες σπήλαιον, εν ω λαμπάδες φλέγονται. Πάντες έβρεμον εν μέσω κραυγών οδύνης και ανατάσεως ύμνων! Ήσαν τα κινητά νοσοκομεία των νόσων, ων ουδεμία ελπίς, η επέλασις της ανθρωπίνου οδύνης προς την ελπίδα της ιάσεως, ανάγκη φρενητιώδους ανακουφίσεως, ανά μέσον επιδεινουμένων κρίσεων, υπό την απειλήν θανάτου επισπευδομένου, απαισίου εν τω συνωστισμώ της σιδηροδρομικής μεταφοράς. Εκυλινδρούντο, εκυλινδρούντο έτι, εκυλινδρούντο ατελευτήτως, συμπαρασύροντες την αθλιότητα του κόσμου τούτου, οδεύοντες προε την θείαν Πλάνην, την υγείαν των πασχόντων και παραμυθήτριαν των θλιβομμένων. Και άμετρος οίκτος ανέθρωσκεν εκ της καρδίας του Πέτρου, η ανθρώπινος θρησκεία τοσούτων δεινών, τοσούτων δακρύων κοιλαινόντων τον αδύνατον και γυμνόν άνθρωπον. Ήτο περίλυπος έως θανάτου, και διακαής φιλανθρωπία εφλέγετο εν εαυτώ, ωσεί άσβεστον πυρ της αδελφότητος αυτού προς πάντα τα τε άψυχα και τα έμψυχα όντα.
Τη δεκάτη και ημισεία αφού κατέλιπον τον σταθμόν Σαιν – Πιέρ δε Κορ, η αδελφή Υακίνθη έδωκε το σύνθημα και ανέμελψαν το τέλος του Ροζαρίου, τα πέντε ένδοξα μυστήρια, την Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την Ανάληψιν Αυτού, την Επιφοίτησιν του Αγίου Πνεύματος, την Κοίμησιν της Θεοτόκου, την Στέψιν της Υπεραγίας Παρθένου.
Είτα έμελψαν τον ύμνος της Βερναδέττης, τον ατελεύτητον εξ έξ δωδεκάδων στροφών θρήνον, καθ’ ον ο Ευαγγελισμός επανέρχεται απαύστως ως επωδός, βαυκαλισμόν παρατεταμένον, βραδείαν μαγγανείαν κατακυριεύουσαν κατά μικρόν άπαν το άτομον και βυθίζουσαν αυτό εις εκστατικήν κάρωσιν εν τη γλυκεία προσδοκία του θαύματος.


Β΄


Νυν αι χλοάζουσαι αγροτικαί εκτάσεις του Πουατού εξειλίσσοντο, και ο αββάς Πέτρος Φρομάν, με τα βλέμματα προς τα έξω παρετήρει αντιπαρερχόμενα τα δέντρα, άτινα μικρόν κατά μικρόν έπαυσε διακρίνων.
Κωδωνοστάσιον τι ενεφάνη, εξηφανίσθη, πάντες οι προσκυνηταί εποίησαν το σημείον του σταυρού.
Δεν θα έφθανον εις Πουατιέ ή εις τας δώδεκα και τριάκοντα πέντε. Ο συρμός εξηκολούθει κυλινδούμενος, εν τη αυξούση κοπώσει της βαρείας θυελλώδους ημέρας. Και ο νεαρός ιερεύς, βεβυθισμένος εις ρέμβην δεν ήκουε πλέον την υμνωδίαν ή ως βραδύ βαυκάλισμα θαλάσσης μετά τρικυμίαν.
Ήτο λήθη του παρόντος, εξέγερσις του παρελθόντος κατακλύζουσα άπασαν αυτού την ψυχήν. Ανέδραμεν εν ταις αναμνήσεσιν αυτού εφόσον ηδυνήθη απώτερον.
Επανέβλεπεν εν Νελλύ, τον οίκον εν ω κατώκει εισέτι, τον ειρηνικόν και εργατικόν εκείνον οίκον, με τον κήπον του πεφυτευμένον δια τινών ωραίων δένδρων, ον φράκτης θαμνόφυτος ενισχυόμενος υπό δρυφράκτου εχώριζε μόνος από του κήπου του όλως ομοίου παρακειμένου οίκου.
Ήτο τριετής, τετραετής ίσως∙ και θερινήν τινα ημέραν, επανέβλεπε καθήμενους πέριξ τραπέζης, υπό την σκιάν της μεγάλης καστανίας του πατέρα του, την μητέρα του και τον πρωτότοκόν του αδελφόν, προγευματίζοντας.
Ο πατήρ του, Μιχαήλ Φρομάν, δεν είχε σαφή μορφήν, τον έβλεπεν εξίτηλον και αόριστον με την φήμην αυτού ως διαπρεπούς χημικού και τον τίτλον του ως μέλους του Ινστιτούτου, απομονούμενον εν τω χημείω του, όπερ είχεν ιδρύσει εις το βάθος της ερήμου εκείνης συνοικίας.
Αλλ’ επανεύρισκεν εναργώς τον αδελφόν του Γουλλιέλμον, ηλικίας τότε δέκα τεσσάρων ετών, εξελθόντα του λυκείου από πρωίας ένεκα εορτής, και ιδία την μητέρα του, τοσούτω μειλιχίαν, τόσω ολίγον ζωηράν, με οφθαλμούς τόσω εμπλέους ενεργού αγαθότητος.
Βραδύτερον εγνώρισε την βάσανον της θρήσκου ταύτης ψυχής, της πιστής ταύτης ήτις ενεκαρτέρησεν εξ εκτιμήσεως και εξ ευγνωμοσύνης εν γάμω μετ’ απίστου, δέκα πέντε έτη μεγαλειτέρου της, παρ’ ου η οικογένειά της είχε λάβει μεγάλας εκουλεύσεις.
Ούτος, τέκνον οψιγενές του γάμου τούτου, ελθών εις τον κόσμον ότε ο πατήρ του προσήγγιζεν ήδη την πεντηκονταετίαν, δεν εγνώρισε την μητέρα του ή έμπλεην σεβασμού και υποταγής απέναντι του συζύγου της, ον ηγάπα νυν διακαώς μετά της φοβεράς βασάνου ότι εγίγνωσκεν κινδυνεύουσα την σωτηρίαν της ψυχής του.
Και, αίφνης, ετέρα ανάμνησις κατέσχεν αυτόν, η φοβερά ανάμνησις της ημέρας καθ’ ην ο πατήρ του έθανε, φονευθείς εν τω χημείω αυτού τυχαίως δια της εκρήξεως αποστακτήρος.
Ήτο πενταετής τότε, ενθυμείτο τας ελαχίστας λεπτομερείας, την ανακραυγήν της μητρός του, ευρούσης το σώμα διαμελισμένον εν μέσω θραυσμάτων, είτα το δέος αυτής, τους λυγμούς της, τας δεήσεις της επί τη ιδέα, ότι ο Θεός εκεραυνοβόλησε τον ασεβή, κολασμένον νυν εσαεί. Μη τολμώσα να καύση τα έγγραφα και τα βιβλία ηρκέσθη να κλείση το χημείον όπου ουδείς εισήρχετο πλέον.
Είτα από της στιγμής εκείνης κατεχομένη επιμόνως υπό της οπτασίας της κολάσεως δεν έσχεν ή μίαν μόνην ιδέαν, ν’ αρπάση τον υστερότοκον υιόν της, τον τοσούτω νεαρόν, να τον αναθρέψη εν ευσεβεία αυστηροτάτη, ν’ αναδείξη αυτόν λύτρον, εξιλαστήριον του πατρός του.
Ήδη ο πρωτότοκος, ο Γουλιέλμος, δεν τη ανήκε πλέον, μεγαλώσας εν τω σχολείω, κατακτηθείς υπό του κοσμικού βίου∙ εν ω ούτος, ο μικρός, δεν θα κατέλειπε τον οίκον, θα είχεν ως διδάσκαλον ιερέα∙ και ο μυστικός αυτής πόθος, η διακαής αυτής ελπίς ήτο να τον ίδη ποτέ ιερέα και αυτον, λετουργούντα το πρώτον, ανακουφίζοντα τας ψυχάς των κολασμένων!
Ετέρα εικών ωρθώθη ζωηρά ανά μέσον θαλλόντων κλώνων ηλιοσταλάκτων.
Ο Πέτρος διέκρινε αιφνιδίως την Μαρίαν δε Γερσαίν, οποίαν είδεν αυτήν πρωίαν τινά, δι’ οπής του φράκτου του χωρίζοντος τους δύο παρακειμένους κήπους.
Ο κ. δε Γερσαίν ανήκων εις την μικράν νορμανδικήν αριστοκρατίαν, ήτο αρχιτέκτων μετέχων εφευρέτου, ασχολούμενος τότε περί της ιδρύσεως εργατικών πόλεων μετά ναού και σχολείου∙ μεγάλη επιχείρησις, κακώς μελετημένη, εν η διεκινδύνευε την εκ τριακοσίων χιλιάδων φράγκων περιουσίαν του μετά της συνήθους ορμητικότητος μετά της απρονοησίας αυτού ως αποτυχόντος καλλιτέχνου. Ταυτότης θρησκευτική πίστις εσχέτισε στενώς την κυρία δε Γερσαίν και την κυρίαν Φρομάν∙ αλλά η πρώτη, ανεπίπλαστος και αυστηρά ήτο γυνή έμφρων, χειρ σιδηρά, ήτις μόνη απεσόβει την καταστροφήν του οίκου∙ και ανέτρεφεν τας δύο αυτής θυγατέρας, Λευκήν και Μαρίαν, εν αυστηρά ευσεβεία, την πρωτότοκον ιδία, σοβαράν ήδη ως αύτην, της υστεροτόκου ευλαβεστάτης ήδη, αλλ’ όμως λατρευούσης έτι τας παιδιάς, ζωτικότητος εντόνου κατισχυούσης εις αγλαωτάτους ηχήοντας γέλωτας.
Από της παιδικής αυτών ηλικίας ο Πέτρος και η Μαρία έπαιζαν ομού, ο φράκτης συνεχώς κατεπατείτο αι δύο οικογένειαι ηνούντο.
Και κατά την αιθρίαν εκείνην ηλιαυγή πρωίαν καθ’ ην την επανέβλεπεν ούτω, παραμερίζουσαν τους κλώνους, ήτο ήδη αύτη δεκαέτις.
Εκείνος όστις ήτο δεκαεξαετής έμελλε την ερχομένην τρίτην να εισέλθη εις την ιερατικήν σχολήν.
Ουδέποτε τω εφάνη τοσούτω ωραία.  
Η απέφθου χρυσού κόμη της ήτο τοσούτω μακρά, ώστε λυομένη περιένδυεν αυτήν σύσσωμον.
Επανεύρισκε την τότε μορφήν της μετ’ εκτάτου πιστότητος, τας στογγύλους παρειάς της, τους κυανούς της οφθαλμούς, το πορφυρούν της στόμα, την αίγλην ιδία της χιωνόδους χρόας της.
Ήτο φαιδρά και αιγλήεσσα ως ο ήλιος, θάμβος φωτός∙ και είχε δάκρυα εις το άκρον των βλεφαρίδων, διότι δεν ηγνόει την αναχώρησίν του.
Αμφότεροι εκάθησαν υπό την σκιάν του φράκτου, εις το άκρον του κήπου. Οι δάκτυλοι των συνεπλέκοντο, η εν την καρδία αυτών λύπη ήτο μεγάλη. Εν τούτοις, κατά τας παιδιάς αυτών, ουδέποτε διήμειψαν όρκους, τοσούτω τελεία ήτο η αθωότης των.Αλλά την παραμονήν του χωρισμού το φίλτρον αυτών ανέθρωσκεν επί τα χείλη, ωμίλουν ανεπιγνώτως, υπέσχοντο να συλλογίζωνται συνεχώς αλλήλους, να συναντηθώσιν αύθις ημέραν τινά, όπως συναντάται τις εν τω ουρανώ, δια την μακαριότητα.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Fri 14 Oct 2016, 6:53 pm



3 Αυγούστου 1894

Είτα ανεξηγήτως όλως δι’ αυτούς, περιεπτύχθησαν αλλήλους μέχρι πνιγμονής, κατησπάζοντο το πρόσωπον, καταλειβομένων δακρύων θαλερών.
Και ήτο αύτη ανάμνησις ηδυτάτη, ην ο Πέτρος διετήρει πανταχού, ην ησθάνετο ζώσαν έτι εν αυτώ, μετά τοσαύτα έτη και τοσαύτας αλγεινοτάτας εγκαρτερήσεις.
Τιναγμός βιαιότερος εξήγειρεν αυτόν της ρέμβης του.
Παρετήρησεν εντός του βαγονίου, διείδε αόριστα πάσχοντα όντα, την κυρίαν Μαζ, ακίνητον, αφανισμένην από την λύπην, την μικράν Ρόζαν εκβάλλουσαν την ηπίαν αυτής στοναχήν επί των γονάτων της μητρός της,την Γριβότην αποπνιγομένην υπό βραγχνώδους βηχός.
Προς στιγμήν η ιλαρά μορφή της Αδελφής Υακίνθης εδέσποσεν εν τη λευκότητι της τραχηλιάς και της καλύπτρας της. Εξηκολούθει το σκληρόν ταξείδιον, με την ακτίνα της θείας ελπίδος,πέραν εκεί. Είτα, κατά μικρόν τα πάντα συνεκαλύφθησαν υπό νέας μεμακρυσμένης πλημμύρας από του παρελθόντος επερχομένης, και δεν παρέμεινεν έτι ή η βαυκαλίζουσα υμνωδία, φωναί ασαφείς ονείρου προκύπτουσαι από του αοράτου.
Του λοιπού ο Πέτρος παρέμενεν εν τη ιερατική σχολή. Σαφώς, αι «τάξεις» ο δενδρόφυτος λειμών ανεπολούντο. Αλλ’ αίφνης δεν είδε πλέον, ως εν κατόπτρω, ή την μορφήν του νεανίου, οίος ήτο τότε και την παρετήρει, την εξήταζε καταλεπτώς ωσεί μορφήν ξένου.
Υψηλός και λεπτός είχε πρόσωπον επίμηκες, μετά μετώπου λίαν ανεπτυγμένου, υψηλού και ορθίου ωσεί πύργος, ενώ αι σιαγόνες ελεπτύνοντο, απέληγον εις λεπτότατον πώγωνα. Παρίστατο όλος εγκέφαλον μόνον∙ το στόμα, αδρόν κάπως, παρέμενεν φίλιον. Όταν η σοβαρά όψις εχαλαρούτο, το στόμα και οι οφθαλμοί προσελάμβανον άμετρον τακερότητα, άσβεστον δίψαν αγάπης, αυτοπαροχής και ζωής. Παρευθύς άλλως τε, το διανοητικόν πάθος επανήρχετο, η εγκεφαλικότης η αείποτε διαβιβρώσκουσα αυτόν δια του πόθου της γνώσεως.
Και τα εν τη ιερατική σχολή εκείνα δεν ενθυμείτο ή μετ’ απορίας. Πώς λοιπόν ηδυνήθη ν’ αποδεχθή επί τοσούτον χρόνον την τραχείαν εκείνην πειθαρχίαν της τυφλής πίστεως, την υποταγήν εκείνην εις την αρχήν του τα πάντα άνευ ελέγχου πιστεύειν; Τω εζητήθη η απόλυτος θυσία του εν αυτώ ορθού λόγου, και ηγωνίσθη προς τούτο, κατώρθωσε να καταπνίξη εν εαυτώ την βασανιστικήν ταύτην ανάγκην της αληθείας. Βεβαίως εμαλακύνετο υπό των δακρύων της μητρός του, δεν κατείχετο ή υπό της επιθυμίας να τη παράσχη την ονειροπολουμένην μεγάλην ευτυχίαν.
Αλλ’ όμως τη στιγμή ταύτη, ενθυμείτο περιστάσεις καθ’ ας εξανέστη φρίσσων, επανεύρισκεν εν τω βυθώ της μνήμης του νύκτας ας διήλθε θρηνών, άνευ επιγνώσεως του αιτίου, νύκτας εμπλέους εικόνων ασαφών, καθ’ ας εκάλπαζεν η ελευθέρα και αρρενώδης έξω ζωή, καθ’ ας η μορφή της Μαρίας περιεπόλει απαύστως, οίαν είδεν αυτήν πρωίαν τινά, αιγλήεσσαν και δακρύδροσον, κατασπαζομένην αυτόν ολοψύχως. Και τούτο μόνον παρέμενεν έτι, τα έτη των ιερατικών αυτού σπουδών μετά των μονοτόνων μαθημάτων, των αναλλοιώτων ασκήσεων και ιεροτελεστιών των, ώχοντο απιόντα εν μια και τη αυτή αχλοί, εν εξιτήλω ημίφωτι, αναπλέω σιγής νεκρικής.
Είτα ως διήρχοντο ολοταχώς προ τινός σταθμού, εν τω πατάγω της φοράς αυτών, εξειλίχθησαν εν αυτώ αναμνήσεις συγκεχυμέναι.
Παρετήρησε μέγα έρημον κτήμα∙ ενόμισε ότι έβλεπεν εκεί εαυτόν εν ηλικία είκοσι ετών. Η ρέμβη αυτού παρεπλανάτο. Ασθένεια αρκούντως σοβαρά, επιβραδύνασα την πρόοδον των σπουδών του επροκάλεσέ ποτε την αποστολήν αυτού εις την εξοχήν. Έμεινεν επί πολύ χωρίς να επανίδη την Μαρίαν∙ δίς, κατά σχολικάς διακοπάς ας διήλθεν εν Νελλύ, δεν ηδυνήθη να την συναντήση, διότι αύτη συνεχώς απεδήμει. Εγίγνωσκεν ότι έπασχε πολύ, κατόπιν πτώσεως από ίππου, ην υπέστη εν ηλικία δέκα τριών ετών, καθ’ ην εποχήν έμελλε να καταστή γυνή, και η μήτηρ αυτής, απηλπισμένη, έρμαιον των αντιθέτων ιατρικών γνωμών, την ωδήγει κατ’ έτος, εις άλλα ιαματικά λουτρά. Είτα έμαθε το κεραυνοβόλον τραύμα, τον αιφνίδιον θάνατον της τοσούτω αυστηράς πλην τοσούτω χρησίμου εις τους περί αυτήν μητρός εκείνης, θάνατον επισυμβάντα υπό τραγικωτάτας περιστάσεις∙ πνευμονία ήτις ανήρπασεν αυτήν εντός πέντε ημερών, και υφ’ ης προσεβλήθη εις εσπερινόν τινά περίπατον εν Βουρβούλ αφαιρέσασα το επανωφόριόν της, δια να το ρίψη επί των ώμων της Μαρίας, μεταβάσης εκεί χάριν θεραπείας.
Ο πατήρ εδέησε ν’ αναχωρήση, να επαναφέρη την θυγατέραν του ημιπαράφρονα και τον νεκρόν της συζύγου του. Όπερ δε χείρον, από του θανάτου της μητρός, η οικονομική κατάστασις της οικογενείας διεκυβεύετο, καθίστατο ολοέν επισφαλεστέρα εις χείρας του αρχιτέκτονος, όστις εσκόρπιζε την περιουσίαν του αφειδώς εις την άβυσσον των επιχειρήσεών του.
Η Μαρία δεν εκινείτο πλέον εκ του κλιντήρος αυτής, και δεν υπελείφθη ή η Μάρθα όπως προίσταται του οίκου, απησχολημένη και αύτη εκ των τελευταίων αυτής εξετάσεων, εκ του διπλώματος το οποίον επέμενε να λάβη, προβλέπουσα ότι ημέραν τινά θα ήτο ηναγκασμένη να κερδαίνη τον επιούσιον άρτον.
Ο Πέτρος έσχεν αίφνης την αίσθησιν αιθρίας οπτασίας, ανακυπτούσης εκ της σωρείας των ασαφών, των ημιλησμονημένων εκείνων γεγονότων. Ήτο κατά τινα εκ της σχολής έξοδον, ην επεδίωξεν ένεκα της κακής καταστάσεως της υγείας του. Προ μικρού είχεν εισέλθη εις το εικοστόν τέταρτον έτος, υστέρει όμως πολύ κατά την μαθητικήν πρόοδον, μη λαβών μέχρι της εποχής εκείνης ή τους τέσσαρας ήσσονας βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας∙ αλλ’ ευθύς ως επέστρεφεν εις την σχολήν θα ελάμβανε τον βαθμόν της υποδιακονίας, τούθ’ όπερ θα εδέσμευεν αυτόν εσαεί δι’ όρκου οσίου και απαραβάτου. Και η σκηνή ανεπλάττετο πιστοτάτη, εν τω μικρώ εκείνω κήπω της Νελλύ, τω των Γερσαίν, όπου τοσάκις έπαιξεν άλλοτε.
Είχον κυλίσει υπό τα υψηλά δένδρα του άκρου του κήπου εγγύς του μεσοφράκτου τον κλιντήρα της Μαρίας∙ και ήσαν μόνοι εν τη μελαγχολική γαλήνη του φθινοπωρινού απογεύματος, και έβλεπε τη Μαρίαν εν βαρυπενθίμω περιβολή δια τον θάνατον της μητρός της ημικεκλιμένην, με τα σκέλη αδρανή∙ ενώ αυτός επίσης μελανείμων, ρασοφόρος ήδη εκάθητο επί σιδηράς έδρας απέναντί της. Από πέντε ετών υπέφερεν εκείνη. Ήτο δεκαοκταέτις, ισχνανθείσα και επωχριάσασα, παραμένουσα πάντοτε αξιολάτρευτος, με την βασιλικήν ολόξανθον κόμην της, ην η νόσος εσέβετο. Άλλως τε είχε την πεποίθησιν ο Πέτρος ότι ήτο πλέον αύτη δια παντός ανάπηρος, καταδεδικασμένη ουδέποτε να γίνη γυνή, προσβεβλημένη εν αυτώ τούτω τω φύλω αυτής. Οι ιατροί, οίτινες δεν συνεφώνουν, την εγκατέλιπον. Βεβαίως, κατά την πένθιμον εκείνην δείλην, καθ’ ην τα ωχρά φύλλα κατελείβοντο επ’ αυτών, ταύτα τω έλεγεν. Αλλά δεν ενθυμείτο νυν ούτος τους λόγους, είχε μόνον παρόντα το ωχρόν της μειδίαμα, το νεαρόν της πρόσωπον τοσούτω θελκτικόν έτι, απελπισμένον ήδη εκ του πόθου της ζωής. Είτα είχεν εννοήσει ότι ανεκάλει αύτη την μεμακρυσμένην ημέραν του χωρισμού των, εν τη αυτή θέσει, όπισθεν του ηλιοστίκτου φράκτου∙ και πάντα εκείνα ήσαν ωσεί νεκρά, τα δάκρυά των, η περίπτυξίς των, η υπόσχεσις αυτών να συναντηθώσι ποτέ εν βεβαία  μακαριότητι. Συνηντήθησαν αύθις, πλην προς τί πλέον; Αφού εκείνη ήτο ωσεί νεκρά, και ούτος θα εθεωρείτο του λοιπού νεκρός ως προς τον βίον του κόσμου τούτου. Αφού οι ιατροί κατεδίκαζον αυτήν, ότι δεν θα ήτο ποτέ πλέον γυνή, ούτε σύζυγος, ούτε μήτηρ, ηδύνατο πλέον και ούτιε να παραιτηθή από του να είνε ανήρ, να εξαφανισθή εν τω Θεώ, εις ον προσέφερεν αυτόν η μήτηρ του. Και επησθάνεται την γλυκείαν πικρίαν της υστάτης εκείνης συνεντεύξεως,καθ’ ην η Μαρία εμειδία αλγεινώς δια τας παλαιάς αυτών παιδικάς πλάνας, τω ελάλει περί της μακαριότητος ης θ’ απήλαυεν ασφαλώς ως λειτουργός του υψίστου, τοσούτω συγκεκινημένη επί τη σκέψει ταύτη, ώστε εζήτησε και έλαβε παρ’ αυτού την υπόσχεσιν ότι θα την προσεκάλει να παραστή εις την πρώτην αυτού λειτουργίαν.
Εις τον σταθμόν της Αγίας – Μάρθας, εγένετο ταραχή ήτις επανέφερε προς στιγμήν την προσοχήν του Πέτρου εις το εσωτερικόν του βαγονίου.
Ενόμισεν ότι επρόκειτο περί κρίσεως τινός, περί νέας λιποθυμίας.
Αλλ’ αι πάσχουσαι όψεις, ας συνήντησε παρέμενον αναλλοίωτοι, διετήρουν την αυτήν έκφρασιν, την εναγώνιον προσδοκίαν της εξ ύψους βοηθείας, της τοσούτω βραδυνούσης.
Ο κ. Σαβατιέ προσεπάθει να εύρη τέλος κατάλληλον θέσιν δια τα σκέλη του, ο μοναχός Ισίδωρος εξέβαλλε συνεχή αμυδρόν θρήνον θνήσκοντος παιδός, ενώ η κυρία Βετύ, καταληφθείσα υπό φοβερού παροξυσμού, με τον στόμαχον καταβιβρωσκόμενον, δεν ανέπνεε καν, σφίγγουσα τα χείλη, εν όψει ηλλοιωμένη, μελανή και αγρία.
Η κυρία δεν Ζογκιέρ, καθαρίζουσα δοχείον τι, αφήκε κ’ έπεσε η εκ ψευδαργύρου προχόη. Και μόλην την βάσανον αυτών η πτώσις αύτη ιλάρυνε τους ασθενείς, ως ψυχάς απλοϊκάς, ας η οδύνη καθίστα παιδαριώδεις.
Παρευθύς, η Αδελφή Υακίνθη, ήτις δικαίως απεκάλει αυτούς τέκνα της, τέκνα άτινα ήγε και έφερε δι’ ενός λόγου, επροκάλεσε την επανάληψιν των δεήσεων, μέχρι της ώρας του Angelus ον θ’ ανέμελπον εν Σατελλερώλ, κατά το ωρισμένον πρόγραμμα.
Οι οίκοι της Παναγίας εξειλίχθησαν, δεν ήτο πλέον ή ψίθυρος, ψελλισμός συγκαλυπτόμενος εν τη κλαγγή των σιδηρικών και τω πατάγω των τροχών.
Ο Πέτρος ήτο είκοσι έξ ετών και ήτο ιερεύς.
Ημέρας τινάς προ της χειροτονίας αυτού, όψιος έλεγχος της συνειδήσεως επήλθεν, η υπόκωφος συναίσθησις ότι ανελάμβανε το ιερατικόν σχήμα χωρίς να εξετάση σαφώς εαυτόν. Αλλ’ είχεν αποφύγη να πράξη τούτο, έξη εν τη σκοτοδίνη της αποφάσεώς του, πιστεύων ότι έκοψεν ωσεί δια πελέκεως παν ό,τι εν αυτώ ανθρώπειον.

(Ακολουθεί)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Tue 18 Oct 2016, 10:35 am

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα λόγω  κακής σάρωσης της σελίδας, παραλείπονται γράμματα από την τελευταία στήλη της επιφυλλίδας, που καθιστούν το κείμενο δυσανάγνωστο σε ορισμένα σημεία, οπότε έχω βάλει τα γράμματα που παραλείπονται μέσα σε αγκύλες και σε κάποια σημεία παραθέτω το γαλλικό πρωτότυπο.





4 Αυγούστου 1894


Η σαρξ αυτού είχε τελείως νεκρωθή μετά του αθώου έρωτος των παιδικών της χρόνων, της ολοξάνθου λευκής κόρης, ην δεν επανέβλεπε πλέον ή κεκλιμένην επί κλίνης αρρώστου, με σάρκα νεκράν, ως την σάρκα του, και προέβη είτα εις την θυσίαν του εν αυτώ ορθού λόγου, τούθ’ όπερ εθεώρει τότε πλειότερον ευχερές, ελπίζων ότι ήρκει η θέλησις δια να μη σκέπτεται.Έπειτα ήτο παραπολύ αργά, δεν ηδύνατο να οπισθοχωρήση κατά την τελευταίαν στιγμήν∙ και εάν κατά την ώραν της εξαγγελίας του εσχάτου επισήμου όρκου ησθάνθη εαυτόν ταρασσόμενον υπό μυστικού τρόμου υπό μετανοίας αορίστου και αχανούς, ελησμόνησε τα πάντα, ανταμειφθείς μακαρίως επί παντί τω μόχθω αυτού, την ημέραν καθ’ην εχορήγησεν εις την μητέρα του την μεγάλην, την από τοσούτου χρόνου προσδοκωμένην ευτυχίαν, να τον ίδη το πρώτον λειτουργούντα.
Την έβλεπεν έτι, την ατυχή του μητέρα, εν τω μικρώ ναώ της Νελλύ, ον αυτή αύτη εξέλεξε, εν τω ναώ όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία του πατρός∙ την έβλεπε κατά την ψυχράν εκείνην πρωίαν του Νοεμβρίου, σχεδόν μόνην εν τω σκοτεινώ παρεκκλησίω, γονυκλινή και με το πρόσωπον εντός των χειρών κλαίουσαν επί μακρόν, εν ω ούτος ύψου τον Άγιον Άρτον. Απήλαυσεν εκεί εκείνη την υστάτην αυτής ευτυχίαν, διότι έζη μονήρης και μελαγχολική, μη βλέπουσα τον πρωτότοκόν της υιόν, όστις είχεν απομακρυνθή, έρμαιον ετέρων ιδεών, αφότου ο αδελφός του προωρίζετο δια την ιερωσύνην.  
Ελέγετο ότι ο Γουλλιέλμος, χημικός υπέροχος ως ο πατήρ του, αλλ’ εκτραπείς της ευθείας οδού, παραδεδομένος εις τους επαναστατικούς πόθους, κατώκει εν μικρώ οίκω του προαστίου, όπου ησχολείτο εις επικινδύνους πειραματισμούς επί των εκρηκτικών σκευασιών∙ προσέθετε δε περί αυτού η φήμη, τουθ’ όπερ συνέτριψεν οριστικώς πάντα πλέον δεσμόν μεταξύ αυτού και της μητρός του, τοσούτον ευσεβούς, τοσούτον ανεπιλήπτου, ότι συνέζη συζυγικώς μετά γυναικώς αδήλου προελεύσεως.
Από τριών ετών ο Πέτρος, όστις ελάτρευε τον Γουλλιέλμον κατά τους παιδικούς του χρόνους, ως πατρικώτατον, αγαθόν και ιλαρόν μεγαλείτερον αδελφόν, δεν είχε επανίδη αυτόν.
Αίφνης η καρδία του εσφίχθη φρικωδώς, επανείδε την μητέρα του νεκράν. Ήτο αύθις θάνατος κεραυνοβόλος, νόσος μόλις τριήμερος, εξαφάνισις αιφνιδία, ως η της κυρίας δε Γερσαίν. Την εύρεν εσπέραν τινά μετά μανιώδη δρόμον προς ανεύρεσιν ιατρού, νεκράν, εκπνεύσασα κατά την απουσίαν του, αδρανή πάλλευκον∙ και τα χείλη αυτού εσαεί, διετήρησαν την παγεράν αίσθησιν του υστάτου ασπασμού. Δεν ενθυμείτο άλλως τε πλέον ούτε την παρά τον νεκρόν αυτής νυκτερινήν αγρυπνίαν, ούτε τας προετοιμασίας, ούτε την κηδείαν. Πάντα ταύτα εξηλείφθησαν εν τη μαύρη του αλλοφροσύνη, εν οδύνη τοσούτω δεινή, ώστε μικρού δειν απέθνησκε, σπαίρων κατά την εκ του κοιμητηρίου επιστροφήν εκ ρίγους, καταληφθείς υπό πυρετού, όστις επί τρεις ημέρας ετήρησεν αυτόν παραληρούντα μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο αδελφός του ήλθε, τον ενοσήλευσεν, είτα εμερίμνησε περί των περιουσιακών συμφερόντων, διανέμων την μικράν περιουσίαν, καταλείπων αυτώ την οικίαν και ευτελές τι εισόδημα, λαμβάνων ο ίδιος τον κλήρον αυτού εις χρήματα∙ και ως είδεν αυτόν εκτός κινδύνου ανεχώρησεν αύθις, επιστρέφων εν τω αγνώστω.
Αλλ’ οποία μακρά ανάρρωσις εν τω ερήμω οίκω! Ο Πέτρος ουδεμίνα κατέβαλε πρσπάθειαν όπως κρατήση τον Γουλλιέλμον, διότι ηννόει ότι άβυσσος τους εχώριζε. Κατ’ αρχάς υπέφερε εκ της της μονώσεως. Είτα, τω κατέστη αύτη γλυκυτάτη, εν τη απολύτω σιγή των δωμάτων άτινα οι αραιοί της οδού ήχοι δεν ετάραττον, υπό τας μυστικάς σκιάς του μικρού κήπου, όπου ηδύνατο να διέρχεται ολοκλήρους ημέρας χωρίς να βλέπει ψυχήν ζώσαν. Το αναχωρητήριον αυτού ήτο ιδία το παλαιόν χημείον, το γραφείον του πατρός του, το οποίον επί είκοσι έτη η μήτηρ του ετήρησεν επιμελώς κλειστόν, ωσεί εγκαθειργνύουσα εν αυτώ το παρελθόν της απιστίας και της αμαρτίας. Ίσως παρά την ηπιότητα αυτής, την ευλαβή ποτέ υποταγήν, ημέρα τινά θα κατέστρεφε τα έγγραφα και τα βιβλία, εάν ο θάνατος δεν επήρχετο ούτω απροσδοκήτως. Και ο Πέτρος ηνέωξεν αύθις τα παράθυρα, εκαθάρισεν το γραφείον και την βιβλιοθήκην, εκαθέσθη επί του μεγάλου βυρσίνου εδωλίου, διήρχετπ εκεί γλυκύτατα τας εαυτού ώρας, ωσεί αναγεννηθείς υπό της νόσου ανακτήσας την νεότητά του, απολκύων εν τη αναγνώσει των βιβλίων, άτινα περιήρχοντο εις τας χείρας του, έκτακτον διανοητικήν ευτυχίαν.
Κατά τους δύο εκείνους μήνας της βραδείας αναρρώσεως, δεν ενθυμείτο να εδέχθη ή τον ιατρόν Σασσαίν.
Ήτο παλαιός φίλος του πατρός του, ιατρός μεγάλης αξίας, όστις περιώριζεν εαυτόν, μετριοφρόνως εν τη πρακτική ενασκήσει της επιστήμης του, κατεχόμενος υπό της μόνης φιλοδοξίας του θεραπεύειν. Μάτην ενοσήλευσε την κυρίαν Φρομάν∙ αλλ’ εκαυχάτο ότι έσωσε τον νεαρόν ιερέα εκ κρισιμωτάτου νόσου∙ και τον επεσκέπτετο ενίοτε συνδιαλεγόμενος, τέρπων, λαλών αυτώ περί του πατρός του, του μεγάλου χημικού, ανεξάντλητος εις ωραία ανέκδοτα, εις λεπτομερείας ασπαίρουσας έτι εκ διακαούς φιλίας. Κατά μικρόν, εν τη νωχελεί αδυναμία αυτού ως αναρρωνύοντος, ο υιός είδεν ούτω ορθουμένην μορφήν λατρευτήν απλότητος, στοργής και αγαθότητος. Ήτο ο πατήρ του οίος υπήρξε, και ουχί ο τραχύς επιστήμων ον εφαντάζετο άλλοτε παραπειθόμενος εκ των λόγων της μητρός του. Ουδέποτε βεβαίως είθισεν αύτη αυτόν εις τι έτερον, πλην του σεβασμού προς την πεφιλημένην εκείνην μνήμην∙ αλλά δεν ήτο ο άπιστος, ο άθεος, δι’ ον επένθουν οι άγγελοι, ο εργάτης της ασεβείας ο αντιστρατευόμενος εις το έργον του θεού; Και παρέμενεν ούτω η σκοτεινή οπτασία, το φάσμα του κολασμένου το ανά τον οίκον περιπολούν, εν ω νυν, καθίστατο το αίθριον, γελόεν αυτής φως, εργάτης έκφρων εκ του πόθου της αληθείας, όστις ουδέποτε επεδίωξε ή την αγάπην και την ευτυχίαν πάντων.
Ο ιατρός Σασσαίν, Πυρηναίος ούτος την καταγωγήν, γεννηθείς εν μεμακρυσμένη κώμη, εν η εσώζετο η προς τα μαγίσσας πίστες, μάλλον έκλινε προς την θρησκείαν, καίπερ μη θέσας τον πόδα αυτού εις εκκλησίαν από τεσσαράκοντα ετών καθ’ έζη εν Παρισίοις. Αλλ’ η πεποίθησις αυτού ήτον απόλυτος∙ εάν υπήρχε που παράδεισος, ο Μιχαήλ Φρομάν ευρίσκετο εν αυτώ, και επί θρόνου δεξιά του παναγάθου.
Και ο Πέτρος επανέζησεν εντός λεπτών τινών την φοβεράν κρίσιν ήτις επί δύο μήνας δεν έπαυσε λυμαινομένη αυτόν. Ουχί διότι εύρεν εν τη βιβλιοθήκη συγγράμματα αντιθρησκευτικών αγώνων, ούτε ο πατήρ του, ου εταξιθέτει νυν τα έγγραφα, εξετράπη ποτέ των τεχνικών αυτού ως επιστήμονος ερευνών. Αλλά κατά μικρόν ακουσίως του, το επιστημονικόν φως επήρχετο, σύνολόν τε φαινομένων επιστημονικώς αποδεδειγμένων, άτινα καθήρουν τα δόγματα, άτινα ουδέν κατέλειπον εν αυτώ εκ των γεγονότων, εις α ώφειλε να πιστεύη.
Εφαίνετο ότι η νόσος ανεγέννησεν αυτόν, ότι επανήρξατο ζων και μανθάνων, πάγκαινος εν τη σωματική εκείνη πραότητι της αναρρώσεως, τη αδυναμία έτι εκείνη τη προδιδούση εν τον εγκέφαλον αυτού διεισδυκωτάτην διορατικότητα.
Εν τη ιερατική σχολή, κατά συμβουλήν των διδασκάλων αυτού, εχαλιναγώγησε πάντοτε το πνεύμα του ελέγχου, την ανάγκην της γνώσεως. Η διδασκαλία ήτις τω παρείχετο τον εξέπληττε τα μέγιστα∙ αλλά κατώρθου να επιτελή την θυσίαν του εν αυτώ ορθού λόγου, η απήτουν παρά της ευσεβείας του. Και ιδού νυν, άπαν εκείνο το πολύμοχθον οικοδόμημα της δογματικής διδασκαλίας κατεστρέφετο εν εξεγέρσει του κυριάρχου τούτου ορθού λόγου όστις διεξεδίκει τα δίκαιά του, ον ο Πέτρος δεν ηδύνατο πλέον να κατασιγάση. Η αλήθεια εκόχλαζεν, υπερεξεχείλιζε εν τοιάυτη ακατασχέτω ορμή ώστε ηννόησεν ούτος ότι ουδέποτε πλέον θα εκατώρθου ν’ αναδημιουργήση την πλάνην εν τω εγκεφάλω του. Η[τον] ο παντελής και ανεπανόρθωτος όλεθρος της πίστεως. Εάν ηδυνήθη να νεκρώση εν εαυτώ την σάρκα, παραιτούμενος του έρωτος [της] νεότητός του, εάν ησθάνετο εαυτόν κύριον των αισθήσεών του [εις] βαθμόν ώστε μη είνε πλέον ανήρ, αλλ’ εγίγνωσκε νυν ότι η α[δυ]νατος θυσία θα ήτο η της διανοίας του. Και δεν υπατάτο, αναγεννάτο ο πατήρ του εν εαυτώ, υπερίσχυε τέλος εν τη κληρονομ[ική] εκείνη διάδι, εν η επί τοσούτον χρόνον εδέσποσεν η μήτηρ του. [Το] άνω του προσώπου του, το ευθύ, το πυργωτόν μέτωπόν του ε[γέ]νετο έτι μάλλον εξαρθέν, ενώ το κάτω, η λεπτότης του πώγω[νος,] το φίλτρον του στόματος εξηφανίζοντο. Εν τούτοις έπασχεν, έξαλλος εκ της λύπης ότι δεν επίστευε πλέον, εκ του πόθου να [πι]στεύση ακόμη, κατά τινάς ώρας του λυκόφωτος, οπόταν η α[γα]θότης του, η ανάγκη της αγάπης εξεγείροντο∙ και έδει να κομ[ίζεται;;; et il fallait que la lampe arrivât στο πρωτότυπο] η λυχνία, να ίδη φως περί αυτόν, ίνα ανακτήση το σθένος [του, ;;;] την γαλήνην του νου του, την ισχύν του μάρτυρος, την θέλ[ησιν] της των πάντων θυσίας εις την ειρήνην της συνειδήσεώς του.
Η κρίσις τότε εξέσπασεν.
Ήτο ιερεύς και δεν επίστευε πλέον.
Το τοιούτον αποτόμως, ηνεώχθη υπό τους πόδας αυτού, αβυσσαλέον βάραθρον. Ήτο το τέλος του βίου του, η παντ[ελής;;; l'effondrement de tout στο πρωτότυπο] καταστροφή. Τί θα έπραττεν; Η στοιχειώδης τιμιότης δεν [διέ]ταττεν (ne lui commandait-elle pas στο πρωτότυπο) αυτώ ν’ αποβάλη το ιερατικόν σχήμα, να επανέλθη εν [μέ]σω των ανθρώπων; Αλλ’ είχεν ίδη ιερείς αποστάτας και π[ερι]φρόνησις εγεννήθη προς αυτούς εν τη καρδία του. Ιερεύς έγγα[μος] ον εγνώριζεν, επλήρου αυτόν αποτροπιάσεως. Αναμφιβόλως [το] τοιούτον δεν ήτο ή υπόλειμμα της μακράς αυτού ιερατικής α[να]τροφής∙ διετήρει την ιδέαν του ανεξιτήλου της ιερωσύνης, την ι[δέαν] εκείνην ότι ο άπαξ αφιερούμενος τω Θεώ, δεν δύναται ν’ ανακ[αλέ]ση την ανεξαρτησίαν του. Ίσως επίσης ησθάνετο εαυτόν υπερβ[αλ]όντως σεσημειωμένον, υπερβαλλόντως ήδη διάφορον των λοιπ[ών] ώστε εφοβείτο μη είνε σκαιός και απρόσδεκτος εν μέσω αυ[τών.] Αφού καθήρεσαν εν αυτώ την αρρενότητα ήθελε να παραμείνη [με ή από]μονωμένος (il voulait rester à part στο πρωτότυπο), εν τη οδυνηρά αυτού υπερηφανεία. Και μεθ’ ημ[έρας] αγωνιώδεις μετ’ απαύστως ανανεουμένους αγώνας, καθ’ ους ηγ[ωνί]ζοντο η εν εαυτώ ανάγκη της ευτυχίας και το σθένος της ανα[κτη]θείσης
υγείας του, έλαβε την ηρωικήν απόφασιν να μείνη ιε[ρεύς] και ιερεύς τίμιος.
 
(Ακολουθεί)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Wed 19 Oct 2016, 4:26 pm



5 Αυγούστου 1894


Θα είχε το ηθικόν σθένος της αυταπαρνήσεως ταύτης. Αφού, εάν δεν ηδυνήθη να δαμάσαση τον εγκέφαλον, αλλ, εδάμασεν όμως την σάρκα, ώμνυε να τηρήση τον περί αγνείας όρκον του∙ και ούτος ήτο ο αδιάσειστος, ο αγνός και ευθύς βίος ον είχεν απόλυτον πεποίθησιν ότι θα διήγε. Τί τον έμελλε δια τα λοιπά, αφού υπέφερε μόνος, αφού ουδείς εν τω κόσμω εμάντευε την τέφραν της καρδίας του, την ανυπαρξίαν της πίστεώς του, το αποτρόπαιον ψεύδος εν ω ηγωνία! Εδραίον αυτού έρεισμα θα ήτο η τιμιότης του, θα ήσκει το ιερατικόν αυτού επάγγελμα ως τίμιος άνθρωπος, χωρίς να αθετήση ουδένα των δοθέντων όρκων, συνεχίζων συμφώνως προς του κανόνες της εκκλησίας τα χρέη αυτού ως λειτουργού του Θεού, ου τον λόγον θα εκήρυττεν, ον θα ήνει εν τω βωμώ, ον θα εχορήγει υπό την μορφήν του άρτου της ζωής. Τίς άρα θα ετόλμα να κατηγορήση αυτόν διότι απώλεσε την πίστιν του, καν έτι το μέγα τούτο δυστύχημα απεκαλύπτετο ποτέ; Και τί πλειότερον ηδύνατο ν’ απαιτήσουν παρ’ αυτού, αφού όλον αυτού τον βίον αφιέρωσεν εις τον όρκον του, αφού ευλαβείτο το λειτούργημά του, αφού ήσκει πάσαν αγαθοεργίαν άνευ της ελπίδος μελλούσης αμοιβής; Ούτω κατεπραΰνθη, υψάχην έτι, εν τω ερήμω μεγαλείω του ιερέως του μη πιστεύοντος πλέον και εξακολουθούντος να επαγρυπνή επί της αλλοτρίας πίστεως. Και δεν ήτο βεβαίως μόνος, ησθάνετο ότι είχεν αδελφούς, ιερείς κατατρυχομένους, περιπεσόντας εν τη αμφιβολία, οίτινες παρέμενον παρά τον βωμόν ως στρατιώται άνευ πατρίδος, έχοντες μολοντούτο την γενναιότητα να επιδεικνύουν φαεινήν την θείαν πλάνην υπεράνω των γονυκλινών πληρωμάτων!
Από της εντελούς αυτού αναρρώσεως ο Πέτρος επανέλαβε την υπηρεσίαν αυτού εν τω μικρώ ναώ της Νελλύ.
Ελειτούργει εν αυτώ κατά πάσαν πρωΐαν. Αλλ’ ήτο αποφασισμένος ν’ αποκρούση πάσαν σπουδαιοτέραν θέσιν, πάσαν προαγωγήν.
Μήνες έτι διέρρευσαν∙ επέμενε πεισμόνως μη ων εν Νελλύ ή ιερεύς ανεξάρτητος, ο αγνωστότατος, ο ταπεινότατος των ιερέων των κατ’ ανοχήν παραμενόντων εν ταις ενορίαις, οίτινες εξαφανίζονται ευθύς ως εκπληρώσουν τα εαυτών χρέη. Παν επί πλέον αξίωμα θα εθεώρει δείνωσιν του ψεύδους αυτού, κλοπήν ενεργουμένην κατ’ αξιωτέρων. Και ηναγκάζετο να ανθίσταται κατά πολλών προτάσεων, διότι η αξία αυτού δεν ήτο δυνατόν ν’ αντιπαρέρχηται απαρατήρητος∙ ηπόρησαν, εν τη αρχιεπισκοπική, δια την πείσμονα ταύτην μετριοφροσύνην, επεθύμουν να χρησιμοποιήσουν την εν αυτώ μαντευομένην ισχύν. Ενίοτε μόνον κατελαμβάνετο υπό πικρίας επί τη σκέψει ότι δεν απέβαινεν ωφέλιμος, ότι δεν ειργάζετο εις μέγα τι εγχείρημα, εις την ειρηνοποίησιν της γης, εις την σωτηρίαν και την ευημερίαν των λαών, και εβασάνιζεν αυτόν φλογερά προς τούτο ανάγκη. Ευτυχώς είχεν ελευθέρας τας ημέρας του, και παρεμυθείτο εν μανιώδει σπουδή, διαδραμών απλήστως πάντας τους τόμους της βιβλιοθήκης του πατρός του, επαναλαβών είτα και εξελέγξας πάσας αυτού τας σπουδάς, εν διακαεί επισπάσει του πνεύματος προς την ιστορίαν των εθνών, εν πόθω εξερευνήσεως του κοινωνικού και θρησκευτικού κακού, όπως εξευρέθη αν πράγματι είνε αθεράπευτον.
Πρωίαν τινά ερευνών εν ενί των μεγάλων υπό την βιβλιοθήκην συρτών ο Πέτρος ανεκάλυψε φάκελλόν τινα περί των εν Λούρδη εμφανίσεων της Παναγίας. Περιελάμβανεν ούτος σημειώσεις πληρεστάτας, αντίγραφα παρέχοντα τας ερωταποκρίσεις της Βερναδέττης, τα επίσημα πρωτόκολλα, τας αστυνομικάς εκθέσεις, τα ιατρικά συμβούλια, προς δε και ιδωτικάς και εμπιστευτικάς επιστολάς εκτάκτως ενδιαφερούσας.
Εξεπλάγη επί τω ευρήματι αυτού, ηρώτησε τον ιατρόν Σασαίν, όστις ενθυμήθη ότι ο φίλος του, Μιχαήλ Φρομάν, εμελέτησε προς ώραν μετά πάθους τα κατά την Βερναδέττην∙ αυτός δε ούτος, γεννηθείς εν κώμη πλησιχώρω της Λούρδης, εδέησε να μεσολαβήση όπως εφοδιάση τον χημικόν δια μέρους του όλου εκείνου φακέλλου.
Ενθουσιάσθη και ο Πέτρος τότε, επί ένα μήνα, απείρως γοητευθείς υπό της ειλικρινούς και αγνής μορφής της οπτασιαστρίας, αλλ’ αγανακτήσας δια τα κατόπιν αναφυέντα, την βάρβαρον ξοανολατρείαν, τας οικτράς δεισιδαιμονίας, την θριαμβεύουσαν σιμωνίαν. Εν τη εαυτού κρίσει της απιστίας, βεβαίως η ιστορία αύτη δεν εφαίνετο κατάλληλος ή όπως επισπεύση τον όλεθρον της πίστεως αυτού. Αλλ’ εξήγειρεν επίσης την περιέργειάν του, και επεθύμει να προβή εις έλεγχον, νε εξεύρη την αναμφισβήτητον επιστημονικήν αλήθειαν, ν’ αποδώση τον καθαρόν χριστιανισμόν εις την εκδούλευσιν της απαλλαγής αυτού από της σκωρίας ταύτης, από του μύθου τούτου του τοσούτω συγκινητικού και τοσούτω παιδικού.
Είτα εγκατέλιπε την μελέτην ταύτην, οπισθοχωρών προ της ανάγκης του να επισκεφθή το σπήλαιον, υφιστάμενος τας μεγίστας των δυσχερειών όπως εφοδιασθή δια των πληροφοριών, αίτινες τω έλειπον, και δεν παρέμεινεν εν αυτώ ή το φίλτρον προς την Βερναδέττην, ην τω ήτο αδύνατον να αναλογισθή άνευ γοητείας ηδυτάτης και αμέτρου συμπαθείας.
Αι ημέραι διέρρεον και ο Πέτρος έζη επί μάλλον και μάλλον μόνος.
Ο ιατρός Σασσαίν είχεν αναχωρήση εις Πυρηναία, υπό το κράτος θανασίμου αγωνίας∙ εγκατέλιπε την πελατείαν του, παρελάμβανε εις Κωτερέ την πάσχουσαν σύζυγόν του, ην ούτος και η θυγάτηρ του, μεγάλη αξιολάτρευτος κόρη, έβλεπον εναγωνίως φθίνουσαν οσημέραι.
Έκτοτε ο μικρός οίκος της Νελλύ περιέπεσεν εις σιγήν, εις ερημίαν θανάτου.
Ο Πέτρος δεν είχεν πλέον ετέραν τέρψιν ή την από καιρού εις καιρόν επίσκεψη των Γερσαίν, μετοικησάντων εκ του γειτονικού οίκου και ανευρεθέντων υπ’ αυτού εις το άκρον αθλίας τινός οδού της συνοικίας εντός στενοχώρου οικήματος. Και η ανάμνησις της πρώτης του επισκέψεως παρέμενε τοσούτω έτι ζώσα, ώστε έσχε νυν νυγμόν υπερτάτης οδύνης, αναπολών την ενώπιον της αξιολυπήτου Μαρίας συγκίνησίν του.
Ανένηψε, παρετήρησε και είδε την Μαρίαν εκτάδην κειμένην επί του θρανίου, οίαν επανεύρεν αυτήν τότε, κατάκοιτον ήδη εν τω νάρθηκι αυτής, καρφωμένη, εν τω φερέτρω εκείνω, εις ο προσηρμόζοντο τροχοί, ίνα περιάγεται εποχούμενη. Αύτη σπαργώσα άλλοτε εκ ζωής, αεικίνητος και φιλόγελως, έφθινεν εκεί εξ αργίας και ακινησίας! Δεν περιέσωζεν ή την κόμην την περιενδύουσαν αυτήν δια χρυσού πέπλου∙ είχε τοσούτον ισχνανθή, ώστε εφαίνετο σμικρυνθείσα, αναλαβούσα αύθις διαστάσεις παιδός. Και όπερ σπαρακτικώτατον εν τω αχρωμάτω προσώπω, τα βλέμματα τα κενά και απλανή, ο διηνεκής συλλογισμός, έκφρασίς τις αποδημίας, απορροφήσεως εν τη νόσω αυτής, εν τούτοις παρετήρησεν αύτη ότι την εκύτταζεν, ηθέλησε να μειδιάση∙ αλλ’ οιμωγαί εξέφευγον των χειλέων της, και οποίον μειδίαμα δυσμοίρου πλάσματος πεπεισμένου ότι θα εκπνεύσει προ του θαύματος!
Κατεταράχθη ο Πέτρος∙ δεν ήκουε πλέον ή αυτήν, δεν έβλεπεν ή αυτήν, εν μέσω των λοιπών αλγηδόνων ων έβριθε το βαγόνιον, ωσεί συνώψιζε πάσας αύτη, εν τη μακρά αγωνία του εαυτής κάλλους, της φαιδρότητος αυτής και της νεότητος.
Και κατά μικρόν, χωρίς να παύση βλέπων την Μαρίαν επανέστρεψεν εις τας οιχομένας ημέρας, ετρύφησεν εν ταις ώραις, της πικράς και θλιβεράς γοητείας, ην διεβίωσε παρ’ εκείνη ότε ανήρχετο και παρέμενε πλησίον της εν τω μικρώ πενιχρώ οικήματι.
Ο δε Γερσαίν είχε συντελέσει την καταστροφήν αυτού, ονειροπολών ν’ ανακαινίση τας θρησκευτικάς εικόνας, ων η μετριότης εκίνη την αγανάκτησίν του. Ο τελευταίος αυτού οβολός απωλέσθη εν τη πτωχεύσει χρωμολιθογραφικού ιδρύματος∙ και αφηρημένος, απερίσκεπτος, αφιέμενος εις την θείαν πρόνοιαν, μετά την συνεχή αισιοδοξίαν της παιδαριώδους ψυχής του, δεν αντελαμβάνετο της φοβεράς ενδείας ήτις επηύξανεν, επελαμβάνετο νυν του ζητήματος της διευθύνσεως των αεροστάτων, χωρίς καν να βλέπη ότι η πρωτότοκος θυγάτηρ του Λευκή ηναγκάζετο να καταβάλλη τεράστιον όντως μόχθον όπως αποκερδαίνη τον επιούσιον άρτον της μικράς της οικογενείας, των δύο αυτής τέκνων, ως απεκάλει τον πατέρα της και την αδελφήν της. Δίδουσα μαθήματα γαλλικής και κλειδοκυμβάλου, περιτρέχουσα τους Παρισίους, από πρωίας μέχρις εσπέρας εν τω κονιορτώ ή εν τη λάσπη, αυτή ήτο η εξευρίσκουσα εισέτι το αναγκαίον χρήμα δια την συνεχή νοσηλείαν ην απήτει η κατάστασις της Μαρίας. Και η τελευταία αύτη απηλπίζετο πολλάκις, λυομένη εις δάκρυα, κατηγορούσα εαυτήν ως την πρώτην αιτίαν της καταστροφής των, τόσα έτη τόρα που επλήροναν ιατρούς, που την εγύριζαν εις όλα τα ιαματικά λουτρά της Γαλλίας, εις την Βουρβούλ, εις το Αιξ, εις Λαμαλού, εις Αμελή –λε – μπαιν.
Νυν οι ιατροί την εγκατέλιπον μετά δεκαετίαν όλην αντιφατικών διαγνώσεων και θεραπειών∙ οι μεν απεφαίνοντο περί ρήξεως των πτυχών του περιτοναίου, οι δε περί υπάρξεως όγκου, έτεροι περί παραλύσεως προερχομένης εκ του νωτιαίου μυελού∙ και επειδή ηρνήτο πάσαν εξέτασιν εν αντιστάσει παρθένου, εις ην δεν ετόλμων καν να υποβάλουν σαφή ερωτήματα, ενέμενεν έκαστος εις την ιδίαν αυτού εξήγησιν δηλούντες ότι η θεραπεία ήτο αδύνατος.
Άλλως τε δεν ήλπιζεν αύτη ή εις την βοήθειαν του θεού, καταστάσα εις άκρον θρήσκος αφότου έπασχεν. Η μεγάλη της λύπη ήτο ότι δεν εφοίτα πλέον εις την εκκλησίαν, και ανεγίγνωσκε την ιεράν ακολουθίαν κατά πάσαν πρωΐαν. Τ’ αδρανή αυτής σκέλη εφαίνοντο ωσεί νεκρά, περιέπιπτε δε εις τοιαύτην αδυναμίαν, ώστε, ενίοτε η αδελφή της ηναγκάζετο να την τρέφη ιδιοχείρως.
Ο Πέτρος την στιγμήν ταύτην ανεπόλησεν. Ήτο εσπέρα αύθις πρωτού αναφθή η λυχνία.
Εκάθητο παρ’ αυτήν εν τη σκοτία∙ και αίφνης η Μαρία τω είπεν ότι ήθελε να μεταβή εις Λούρδην, ότι ήτο πεπεισμένη περί της ιάσεώς της μετά την εις το προσκύνημα τούτο μετάβασίν της. Εδυσανασχέτησεν ούτος λησμονούμενος, αναφωνών ότι ήτο παραφροσύνη να πιστεύη εις τοιαύτα παιδαριώδη πράγματα. Ουδέποτε ελάλει περί θρησκευτικών θεμάτων μετ’ αυτής, αρνηθείς ου μόνον να εξομολογήση αυτήν, αλλ’ έστω απλώς να την καθοδηγήση κατά τας μικράς αυτής ως θρήσκου αμηχανίας.

avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 25 Dec 2016, 1:36 pm



6 Αυγούστου 1894

Ενυπήρχε δε εν τη συμπεριφορά του ταύτη ωσεί αιδώς και ευσπλαγχνία διότι θα εθλίβετο μεγάλως ψευδόμενος εις αυτήν, και θα εθεώρει αφ’ ετέρου εαυτόν εγκληματούντα, εάν εθόλου δια μιας πνοής την μεγάλην εκείνην διαυγή πίστιν, ήτις ενίσχυεν αυτήν κατά της οδύνης. Ούτω δυσηρεστημένος δια την ανακραυγήν ην δεν ηδυνήθη να καταστείλη, παρέμεινεν εις άκρον τεταραγμένος, όταν ησθάνθη την ψυχράν μικράν χείρα της ασθενούς λαμβάνουσαν την χείρα του∙και ηρέμα εγκαρδιουμένη υπό της σκοτίας, δια φωνής συντετριμμένης, ετόλμησεν εκείνη να τω υπαινιχθή ότο εγίγνωσκε το απόρρητόν του, ότι εγίγνωσκε την συμφοράν του, την φρικώδη εκείνη δι’ ένα ιερέα αθλιότητα του μη πιστεύειν. Κατά τας συνδιαλέξεις αυτών είχεν ούτος τα πάντα αποκαλ΄ψη ακουσίως του, είχεν εκείνη διεισδύσεη εις τα μιχιαίτατα της συνειδήσεώς του, δια της λεπτοτάτης μαντικής δυνάμεως πασχούσης φίλης. Ανησύχει φοβερά δι’ αυτόν, τον ώκτειρε πλειότερον εαυτής δια την ηθικήν αυτού θανάσιμον νόσον. Είτα επειδή εκείνος κατάπληκτος ημηχάνει, η Μαρία ήρξατο αύθις ομιλούσα περί της Λούρδης, προσέθετε χαμηλοφώνως ότι ήθελε να εμπιστευθή και αυτόν εις την Παναγίαν ικετεύουσα αυτήν να τω αποδώση την πίστιν. Και από της εσπέρας εκείνης δεν έπαυσεν πλέον επαναλαμβάνουσα, ότι εάν μετέβαινεν εις Λούρδην θα εθεραπεύετο. Αλλ’ εμπόδιζεν αυτήν το χρηματικόν ζήτημα περί ου δεν ετόλμα και να ομιλήση εις την αδελφήν της.
Δύο μήνες διέρρευσαν∙ εξησθένει οσημέραι, εξηντλείτο εις ονειροπολίας με τους οφθαλμούς εστραμμένους, πέραν εκεί, προς την φεγγοβολίαν του θαυματουργού Σπηλαίου.
Τότε ο Πέτρος διήλθε δυσαρέστους ημέρας. Ηρνήθη το πρώτον διαρρήδην εις την Μαρίαν να την συνοδεύση. Είτα η πρώτη διάσεισις της θελήσεώς του προήλθεν εκ της σκέψεως ότι εάν απεφάσιζε να μεταβή εις Λούρδην, θα ηδύνατο να χρησιμοποιήση την μετάβασίν του ταύτην, συνεχίζων τας περί Βερναδέττης ερεύνας του, ης η θελκτικωτάτη μορφή παρέμεινεν εν τη καρδία του. Και τέλος, ησθάνθη ηδύτητά τινα, ελπίδα ανομολόγητον διεισδύουσαν εν αυτώ, επί τω λογισμώ ότι η Μαρία ορθώς ίσως εσκέπτετο, ότι η Παναγία δυνατόν να ηλέει και αυτόν, αποδίδουσα αυτώ την τυφλήν πίστιν, την πίστην του μικρού παιδός του αγαπώντος και μη εξετάζοντος. Ω! Να πιστεύη δι’ όλης αυτού της ψυχής, ν’ απορροφάται όλος εν τη πίστει! Δεν υπήρχε βεβαίως ετέρα δυνατή ευτυχία! Επόθει την πίστιν, δι’ όλης της χαράς της νεότητός του, δι’ όλου του ποτέ προς την μητέρα του φίλτρου, δι’ απάσης της διακαούς ορμής υφ’ ης κατείχετο ν’ απαλλαγ’η της βασάνου της γνώσεως, ν’ αναισθητήση εν τη θεία αγνοία. Ήτο γλυκυτάτη και ανανδροτάτη η ελπίς αυτή της ανυπαρξίας, της μη υπάρξεως η ως όντος αψύχου εις χείρας του Θεού. Και κατέληξεν ούτω εις την επιθυμίαν του να προβή εις την υπερτάτην απόπειραν.
Μετά οκτώ ημέρας η εις Λούρδην μετάβασις απεφασίζετο. Αλλ’ ο Πέτρος απήτησεν ύστατον ιατρικόν συμβούλιον, δια να πληροφορηθή εάν η Μαρία ηδύνατο να ταξειδεύση∙ και ήτο αύθις αύτη σκηνή αναπολουμένη, ης επανέβλεπε λεπτομερείας τινάς επιμονώτατα, εν ω έτεραι εξηλείφοντο ήδη.
Δύο εκ των ιατρών των νοσηλευσάντων εις αρχαιοτέραν εποχήν την ασθενή, ο μεν αποφαινόμενος περί ρήξεως των πτυχών του περιτοναίου, ο έτερος διαγιγνώσκων παραλυσίαν οφειλομένην εις βλάβην του νωτιαίου μυελού, ομονόησαν τέλος επί της τελευταίας ταύτης παραλυσίας μετά τινος ίσως βλάβης των πτυχών του περιτοναίου∙ πάντα τα συμπτώματα υφίσταντο, η πάθησις παρίστατο αυτοίς τοσούτω εναργής, ώστε δεν εδίστασαν να χορηγήσουν πιστοποιητικά σχεδόν όμοια, ανενδοιάστως καταφατικά. Άλλωε τε εθεώρουν το ταξείδιον δυνατόν, καίπερ επωδυνώτατον. Ταύτα προεκάλεσαν την απόφασιν του Πέτρου, διότι εθεώρει τους κυρίους εκείνους λίαν συνετούς περί της αληθείας μεριμνώντας.
Δεν υπελείπετο αυτώ η ανάμνησις ασαφής του τρίτου ιατρού, Βωκλαίρ, εξαδέλφου του, νεήλυδος πνευματοδεστάτου, ήκιστα εισέτι γνωστού, φημιζομένου δε ως εκκεντρικού.
Ούτος αφού εξήτασεν επί μακρόν την Μαρίαν, εζήτησε πληροφορίας περί των ανιότων συγγενών της, προσέχων πολύ εις όσα τω έλεγον περί του κ. δε Γερσαίν, του αρχιτέκτονος τούτου του μετέχοντος εφευρετικής μανίας, του έχοντος το πνεύμα ασθενές και εξημμένον∙ είτα ηθέλησε ν’ αναμετρήση το οπτικόν πεδίον της ασθενούς, εβεβαιώθη, επιψαύων αυτήν μετά λεπτότητος, ότι ο πόνος είχεν εντοπισθή εις την αριστεράν ωοθήκην και όταν επίεζε τις εκεί ο πόνος εκείνος εφαίνετο ανερχόμενος προς τον λαιμόν, εν είδει βαρέος όγκου αποπνίγοντος αυτήν. Εφαίνετο μη λαμβάνων ποσώς υπ’ όψει την παραλυσίαν των σκελών. Και ούτω εις ερώτησιν άμεσον, απήντησε ζωηρώς ότι έπρεπε να την μεταφέρουν εις Λούρδην, ότι βεβαίως θα εθεραπεύετο εκεί, εάν ήτο βεβαία ότι θα θεραπευθή. Ωμίλει περί της Λούρδης σοβαρώς∙ η πίστις επήρκει∙ δύο πελάτιδες αυτού ευσεβέσταται, πεμφθείσαι παρ’ αυτού το παρελθόν έτος, επανήλθον εν ακμαιοτάτη υγεία.
Προέλεγε μάλιστα πως θα εξετελείτο το θαύμα, κεραυνοβόλως, εν εξεγέρσει, εν εξάψει πάντός του όντος αυτής, εν ω η νόσος, το σατανικόν εκείνο πονηρόν βάρος το αποπνίγον την κόρην, θ’ ανήρχετο άπαξ έτι, και θα έφευγεν ωσεί δια του στόματος εξερχόμενον. Ηρνήθη όμως απολύτως να υπογράψη πιστοποιητικόν. Δεν συνεφώνησε μετά των δύο συναδέλφων του, οίτινες προσεφέροντο προς αυτόν μετά ψυχρότητος, ως προς παράβολον και ριψοκίνδυνον νεαρόν πνεύμα∙ και ο Πέτρος συγκεχυμένως, διετήρησε φράσεις τινάς της συζητήσεως, επαναληφθείσης ενώπιον αυτού, ράκη τινά της ιατρικής γνώμης του Βωκλαίρ: Εκτοπισμός του οργάνου μετά μικρών ρήξεων των πτυχών, κατόπιν της από του ίππου πτώσεως, είτα βραδεία επανόρθωσις, επαναφορά των πραγμάτων εις την προτέραν αυτών θέσιν, ην διεδέχθησαν επακόλουθα νευρικά φαινόμενα, ούτως ώστε η ασθενής δεν διετέλει πλέον ή υπό την ιδέαν του πρώτου φόβου, της προσοχής εκτοπισθείσης εις το βεβλαμμένον σημείον, αδρανής εν τη αυξούση οδύνη, ανίκανος να προσκτήσηται νέας εννοίας ειμή υπό την εξέγερσιν σφοδροτάτης συγκινήσεως. Άλλως τε παρεδέχετο επίσης συμπτώματα πλημμελούς θρέψεως, ατελώς έτι μελετηθέντα, ων δεν ετόλμα αυτός ούτος να υποδείξη την πρόοδον και την σημασίαν. Αλλ’ η ιδέα αύτη ότι η Μαρία εφαντάζετο ότι έπασχεν, ότι οι φρικτοί πόνοι οίτινες κατέτρωγον αυτήν προήρχετο εκ παθήσεως από πολλού ιαθείσης, εφάνη τόσούτω παράβολος εις τον Πέτρον, αφού την έβλεπεν αγωνιώσαν και απλούσαν νεκρά τα εαυτής σκέλη, ώστε δεν παρέσχε πλειοτέραν εις αυτόν προσοχήν, χαίρων μόνον ότι έβλεπε τους τρεις ιατρούς από συμφώνου επιτρέποντας την εις Λούρδην μετάβασιν. Τω ήρκει ότι ήτο δυνατή η ίασίς της, θα την συνώδευε μέχρι περάτων της γης.
Α! Τας τελευταίας εκείνας εν Παρισίοις ημέρας εν ποία παραζάλη έζησε!
Η εθνική συνοδεία των προσκυνητών ανεχώρει προσεχώς, εσκέφθη δε να ζητήση την ξενίαν υπέρ της Μαρίας, ίν’ αποφύγη τας κυριωτέρας δαπάνας.
Είτα εδέησε να ενεργήση ίνα εισέλθη αυτός ούτις εις την Ξενίαν της Παναγίας της Σωτηρίας.
Ο κ. δε Γερσαίν ήτο καταγοητευμένος, διότι ηγάπα την φύσιν, διεκαίετο υπό της επιθυμίας να επισκεφθή τα Πυρηναία∙ και περί ουδενός εμερίμνα, παρεδέχετο ανενδοιάστως να πληρώση ο νεαρός ιερεύς τα οδοιπορικά του έξοδα, ν’ αναλάβη την διατήρησιν αυτού εν τω ξενοδοχείω, πέραν εκεί, ως μικρού παιδός, και της θυγατρός του Λευκής εγχειρησάσης αυτώ εν εικοσάφραγκον κατά την τελευταίαν στιγμήν, εθεώρησεν αυτόν πλούσιον.
Η ατυχής και ηρωϊκή αύτη Λευκή εκέκτητο μικρόν ταμείον, οικονομίας πεντήκοντα φράγκων, τα οποία εδέησε να δεχθούν διότι εθύμονε, διότι ήθελε να βοηθήση και αυτή εις την ίασιν της αδελφής της, αφού δεν ηδύνατο να την συνοδεύση, εμποδιζομένη υπό των εν Παρισίοις παραδόσεών της, δι’ ας θα εξηκολούθει περιτρέχουσα τας οδούς, ενώ οι ιδικοί της θα εγονυπέτουν μακράν, εν τη θεά μαγεία του Σπηλαίου. Και ανεχώρησαν, και εκυλινδούντο, εκυλινδούντο,  εκυλινδούντο, πάντοτε.
Εις τον σταθμόν του Σατελλερώλ ανάτασις αιφνιδία των φωνών συνεδόνησε τον Πέτρον, εξέκρουσε την νάρκην της ρέμβης του.
Τί ήτο; Έφθασαν εις Πουατιέ; Αλλά μόλις ήτο μεσημβρία. Ήτο η αδελφή Υακίνθη κατά διαταγήν της οποίας ανεμέλπετο ο Angelus των τριών Ave τρις επαναληφθέντων. Αι φωναί ερρήγνυτο, έτερος ύμνος ανετάθη και παρετάθη ωσεί υπέρτατος θρήνος. Είκοσι πέντε έτι ολόκληρα λεπτά προ του φθάσουν εις Ποατιέ, όπου εφαίνετο ότι η ημίωρος στάσις θ’ ανεκούφιζε πάσας τας οδύνας.
Ήτο τόσο χαλεπή η θέσις των, εδονούντο τοσούτω ιταμώς εν τω δυσώδει και ζέοντι εκείνω βαγονίω.
Η κακουχία είχε κορυφωθή, αδρά δάκρυα κατελείβοντο επί των παρειών της κυρίας Βενσάν, υπόκωφος βλασφημία εξέφυγε των χειλέων του κ. Σαβανιέ, τοσούτω συνήθως υπομονητικού, ενώ ο μοναχός Ισίδωρος, η Γριβότη και η κυρία Βετύ εφαίνοντο μη ζώντες πλέον, όμοιοι προς ναυάγια υπό της θαλάσσης σαλευόμενα.
Με όμματα κλειστά, η Μαρία δεν απεκρίνετο πλέον, δεν ήθελε πλέον να τ’ ανοίξη, καταδιωκομένη υπό της απαισίας οπτασίας του προσώπου της Ελίζης Ρουκέ, της διατρήτου και χαινούσης εκείνης κεφαλής, ήτις δι’ αυτήν ήτο η εικών του θανάτου.
Και ενώ η αμαξοστοιχία επέσπευδε την ταχύτητα αυτής, παρασύρουσα το ανθρώπινον εκείνον απελπισμόν, υπό τον βαρύν ουρανόν, ανά μέσον των πυριπνόων κοιλάδων, επήλθεν εις έτι πανικός.
Ο ανήρ δεν ανέπνεε πλέον, φωνή τις ανέκραξεν ότι εξέπνεεν.


Γ

Εις Πουατιέ, ευθύς ως ο συρμός εσταμάτησεν, η αδελφή Υακίνθη έσπευσε να κατέλθη εν μέσω του συνωστισμού των ανοιγόντων τας θύρας σιδηροδρομικών υπαλλήλων και των εξορμώντων προσκυνητών.    
- Σταθήτε, σταθήτε, επανελάμβανε. Αφήστε να να περάσω πρώτη, θέλω να ιδώ εάν ετελείωσεν.

(Ακολουθεί).
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 25 Dec 2016, 9:52 pm



7 Αυγούστου 1894

Είτα αφού ανήλθεν εις το έτερον διαμέρισμα, ανεσήκωσε την κεφαλήν του ανδρός, ενόμισεν εν αρχή πράγματι ότι είχεν εκπνεύση, βλέπουσα αυτόν τοσούτω πελιδνόν και με οφθαλμούς ανεστραμμένους. Αλλ’ ησθάνθη ανεπαίσθητον πνοήν.
- Όχι, όχι, αναπνέει. Γρήγορα, πρέπει να βιασθούμε.
Και στρεφομένη προς την ετέραν μοναχήν, την ευρισκομένην εις το άκρον εκείνο του βαγονίου:
- Σε παρακαλώ, αδελφή Κλαίρη, πήγαινε να εύρης τον πάτερ Μασσίαν, ο οποίος θα είνε εις το τρίτον τέταρτον βαγόνιον. Ειπέ του ότι εις ασθενής κινδυνεύει, και να φέρη αμέσως το Άγιον Χρίσμα.
Χωρίς ν’ απαντήση, η μοναχή εγένετο άφαντος, εν τω συνωστισμώ.
Ήτο μικρόσωμος, λεπτοφυής και πραεία, σεμνή, με οφθαλμούς μυστηριώδεις, δραστηριωτάτη εν τούτοις.
Ο Πέτρος όστις παρηκολούθει την σκηνήν, όρθιος εν τω ετέρω διαμερίσματι, απετόλμησε παρατήρησίν τινα.
- Δεν ήτο καλόν να ζητηθή ο ιατρός;
- Βεβαίως, αυτό και εγώ εσυλλογιζόμην, απεκρίθη η αδελφή Υακίνθη. Ω! κύριε αββά, τί καλός που θα ήσθε εάν επηγαίνετε ο ίδιος να τον φέρετε.
Ακριβώς ο Πέτρος επροτίθετο να μεταβή εις το βαγόνιον του κυλικείου ίνα ζητήση ζωμόν δια την Μαρίαν.
Ανακουφισμένη ολίγον, αφότου δεν εδονείτο πλέον, η ασθενής ηνέωξε αύθις τα όμματα, και ανεκάθησε τη βοηθεία του πατρός της. Επεθύμει διακαώς να την κατεβάσουν ολίγον εις την αποβάθραν, εν τη διακαεί δίψη καθαρού αέρος. Αλλ’ ησθάνθη ότι θα ήτο μεγάλη η απαίτησίς της, ότι θα ήτο πολύ δύσκολος είτα δια τον Πέτρον και τον πατέρα της η εκ νέου επιβίβασις.
Ο κ. δε Γερσαίν, όστις είχε προγευματίση εντός του συρμού, ως οι πλείστοι των προσκυνητών και των ασθενών, απέμεινεν επί του λιθοστρώτου παρά την ανοικτήν θυρίδα, καπνίζων, ενώ ο Πέτρος έτρεχεν εις το κυλικείον, όπου ευρίσκετο επίσης ο ιατρός της υπηρεσίας μετά μικρού φαρμακείου.
Εντός του βαγονίου έμειναν και άλλοι ασθενείς, τους οποίους δεν ηδύνατο καν να σκεφθούν να μετακινήσουν.
Η Γριβότη ήσθμαινε και παρετήρει: και εκράτησε παρ’ εαυτή αυτήν έτι την κυρίαν δε Ζογκιέρ, ήτις είχεν ορίση συνέντευξιν εις την θυγατέρα της Ραϋμόνδην, την κυρίαν Βολμάρ και την κυρίαν Δεζανιώ εν τω κυλικείω όπως προγευματίσουν και αι τέσσαρες.
Πώς ν’ αφίση μόνην επί του σκληρού θρανίου την δυστυχή εκείνην ην θα έλεγε τις πνέουσαν τα λοίσθια;
Και η Μάρθα επίσης δεν εκινήθη, μη εγκαταλείπουσα τον αδελφόν της, τον ιεραπόστολον, ου η αμυδρά οιμωγή εξηκολούθε.
Καρφωμένος εις την θέσιν του ο κ. Σαβανιέ ανέμενε την κυρίαν Σαβανιέ, ήτις είχε μεταβή προς προμήθειαν βότρυος σταφυλής.
Οι λοιποί, οι δυνάμενοι να βαδίζουν, κατήλθον εν διαγωνισμοίς, σπεύδοντες ν’ απομακρυνθούν της εφιαλτικής εκείνης αμάξης, εν η τα μέλη αυτών αιμωδίαζον από επτά ήδη ολοκλήρων ωρών καθ’ ας εταξείδευον.
Η Κυρία Μαζ πάραυτα, απεχωρίσθη του λοιπού εσμού, έφθασεν εις εν των ερήμων άκρων του σταθμού, παρασύρουσα εκεί την μελαγχολίαν της.
Απηλιθιωμένη εκ της οδύνης, η κυρία Βετύ, αφού έσχε την δύναμιν να βαδίσει ολίγον, κατέπεσεν επί εδράνου, υπό τας ακτίνας του ηλίου, ου δεν ησθάνετο τον φλογμόν∙ ενώ η Ελίζα Ρουκέ, σπαργανώσασα αύθις το πρόσωπον δια του μαύρου καλύμματος, εζήτει πανταχού κρήνην, διαβιβρωσκομένη υπό επιθυμίας δροσερού ύδατος.
Δια βραδέων βημάτων η κυρία Βενσάν περιέφερεν εν τη αγκάλη της την μικράν της Ρόζαν, προσπαθούσα να τη μειδιά, να την φαιδρύνη επιδεικνύουσα αυτή εικόνας ζωηρώς κεχρωματισμένας, ας η παις, σοβαρά, εκύτταζε χωρίς να βλέπη.
Εν τούτοις, ο Πέτρος μετ’ απείρου δυσκολίας επροχώρει ανά μέσον του πλήθους του κατακλύζοντος την αποβάθραν. Αδύνατον να φαντασθή τις, την έμψυχον εκείνην θάλασσαν, τους αναπήρους και τους υγιείς, ους ο συρμός εξεκένωσεν εκεί υπέρ τους χιλίους οκτακοσίους ανθρώπους, οίτινες έτρεχον, εκινούντο, απεπνίγοντο.
Εκάστη άμαξα είχεν αποβάλη την εν εαυτή κακοδαιμονίαν, ως αίθουσα νοσοκομείου εκκενουμένη∙ και ηννόει τις ούτω ποίο φοβερόν άθροισμα δεινών μετέφερεν ο απαίσιος εκείνος λευκός συρμός∙ ήτις απέκτα κατά την διάβασιν αυτού φήμην φρικαλέαν.
Ανάπηροι εσύροντο, άλλοι μετεφέρονυο επί των βραχιόνων, άλλοι κατέκειντο σωρηδόν επί του λιθοστρώτου. Επήρχοντο διαγκωνισμοί απότομοι, διάτοροι προσκλήσεις, σπουδή έκφρων προς το κυλικείον και το αναψυκτήριον. Πάντες έσπευδον, κατευθύνοντό που. Ήτο τόσον βραχεία η ημίωρος εκείνη στάσις, η μόνη ην είχον προ της Λούρδης! Και η μόνη φαιδρότης, εν μέσω των μαύρων ράσων, εν μέσω των πτωχών επιβατών, των εν ενδύμασιν εφθαρμένοις χρωματισμού αμφιβόλου, ήτο η ιλαρά λευκότης των νεαρών μοναχών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, παλλεύκων και αεικινήτων με την χιονώδη καλύπτραν, την τραχηλιάν και την ποδιάν των.
[δυσανάγνωστη λέξη, έχει μια μουτζούρα] τέλος ο Πέτρος αφίχθη εις το βαγόνιον εν ω το κυλικείον περί το μέσον του συρμού, εύρεν αυτό εν καταστάσει πολιορκίας.
Κάμινος πετρελαίου ευρίσκετο εν αυτώ, ως και μικρόν προσωρινόν μαγειρείον.
Ο ζωμός παρασκευαζόμενος δια πεπυκνωμένων ουσιών εθερμαίνετο εντός σιδηρών θερμαστήρων και το πεπυκνωμένον γάλα, το εντός κυτίων μιας λίτραςς, ανελύετο και εχρησιμοποιείτο καθόσον παρίστατο ανάγκη.
Έτεραι τινές προμήθειαι κατείχον είδος τι οψοφυλακείου, δίπυρα, καρποί, σοκολάτα.
Αλλά προ των ορεγομένων απλήστων χειρών, η επιτετραμμένη την υπηρεσίαν εκείνη Μοναχή Αγίου – Φραγκίσκου, γυνή τεσσαράκοντα πέντε ετών, κοντόπαχη με αγαθόν ραδινώτατον πρόσωπον, τα έχανεν ολίγον. Ηναγκάσθη να συνεχίση την διανομήν αυτής, ακροωμένη τον Πέτρον όστις εκάλει τον ιατρόν, ευρισκόμενον εν ετέρω διαμερίσματι του βαγονίου μετά του οδοιπορικού αυτού φαρμακείου.
Είτα του νεαρού ιερέως προβαίνοντος εις εξηγήσεις, ομιλούντος περί του δυστυχούς ετοιμοθανάτου, υπεκατέστησεν άλλην εις θέσιν της, ηθέλησε να τον ιδή και αυτή.
- Αδελφή μου, ήλθα να ζητήσω ολίγον ζωμόν δια μίαν ασθενή.
- Πολύ καλά, κύριε αββά, τον φέρνω η ιδία. Πηγαίνετε εμπρός.
Εβάδισαν κατεσπευσμένως οι δύο άνδρες, ανταλάσσοντες ταχείας ερωταποκρίσεις, ακολουθούμενοι υπό της Αδελφής Αγίου – Φραγκίσκου, ήτις εκόμιζε τον κύαθον του ζωμού, με περισσήν προσοχήν ανά μέσον των διαγκωνισμών του πλήθους.
Ο ιατρός ήτο νέηλυς μελαγχροινός, είκοσι οκτώ περίπου ετών, εύρωστος, ωραιότατος, με κεφαλήν νεαρού ρωμαίου αυτοκράτορος, οίαι αι αναφυόμεναι έτι εις τους αυχμώδεις αγρούς της Προβηγκίας. Ευθύς ως η αδελφή Υακίνθη διέκρινε αυτόν εφάνη εκπλαγείσα και ανέκραξε:
- Πώς; Σεις είσθε κύριε Φερράν;
Αμφότεροι έμενον έκπληκτοι επί τη συναντήσει.
Αι μοναχαί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έχουσι την γενναίαν αποστολήν να νοσηλεύουν τους ασθενείς, τους απόρους μόνον ασθενείς, εκείνους οι οποίοι δεν έχουν να πληρώσουν, τους αγωνιώντας εις τα υπόστεγα∙ και διέρχονται ούτω τον βίον αυτών μετά των ενδεών, τοποθετούνται παρά τον οικτρόν κράββατον, εν τω στενώ δωματίω παρέχουσι πάσαν περιποίησιν, μαγειρεύουν, συγυρίζουν, ζώσιν εκεί ως υπηρέτριαι και ως συγγενείς μέχρι της ιάσεως ή μέχρι θανάτου.
Ούτω η αδελφή Υακίνθη, τοσούτω νέα, με το γαλακτώδες πρόσωπόν της, εν ω οι κυανοί της οφθαλμοί διεγέλων απαύστως, εγκατεστάθη ημέραν τινά παρά των νεήλυδι εκείνω, σπουδαστή τότε, κατεχομένω υπό τυφοειδούς πυρετού, και τοσούτω απόρω, ώστε κατώκει εν τη οδώ του Κλιβάνου είδος τι αποθήκης, εις το άκρον κινητής κλίμακος, υπό την στέγην.
Δεν τον αφήκε πλέον, τον έσωσε με το αιώνιον αυτής πάθος να μη ζη ή δια τους άλλους, η κόρη αυτή έκθετος ευρεθείσα ποτέ παρά την θύραν ναού, μη έχουσα άλλην οικογένεια πλην την των πασχόντων, εις ους αφοσιώθη δι’ απάσης της εν εαυτή διακαούς ανάγκης της αγάπης.
Και οποίος ηδύτατος μην, οποία ηδυτάτη φιλία είτα, εν τη αγνή εκείνη αδελφωσύνη της οδύνης! Όταν απεκάλει αυτήν «αδελφή μου», αληθώς προς την αδελφήν του ωμίλει. Ήτο όμως και μήτηρ δι’ αυτόν, τον εσήκωνε, τον επλάγιαζε ως τέκνον της, χωρίς έτερον τι ν’ αναφυή μεταξύ των πλην του υπερτάτου ελέου, της θείας συγκινήσεως της ευσπλαχνίας.
Πάντοτε κατεδείκνυτο αύτη φαιδρά, άνευ φύλου, άνευ ετέρου ορμεμφύτου ή του ανακουφίζειν και παρηγορείν∙ και εκείνος την ελάτρευε, την εσέβετο, και διετήρησεν εξ αυτής της αγνοτάτην και περιπαθεστάτην των αναμνήσεων.
- Ω αδελφή Υακίνθη! αδελφή Υακίνθη! Εψέλλισε περιχαρής.
Μόνη η τύχη έφερεν αυτούς αντιμετώπους, διότι ο Φεράν δεν ήτο θρήσκος, και ευρίσκετο εκεί, ευαρεστηθείς την τελευταίαν στιγμήν ν’ αναπληρώση φίλον του αιφνιδίως εμποδισθέντα ν’ αναχωρήση.
Από έτους περίπου ήτο βοηθός του Νοσοκομείου της Ευσπλαχνίας. Η εις Λούρδην μετάβασις εκείνη, εν ούτω ιδιαιτάτοις όροις, ήτο δι’ αυτόν λίαν ενδιαφέρουσα.
Αλλ’ η εκ της συναντήσεως χαρά τους έκαμνε να λησμονούν τον ασθενή. Και η μοναχή ανένηψε.
- Κυττάξτε, κύριε Φεράν, δι’ αυτόν τον άτυχο σας εφέραμε. Τον ενομίσαμε νεκρόν επ’ ολίγον... Από το Αμβούαλ μας εμπνέει πολλούς φόβους, και έστειλα να φέρω το Άγιον Χρίσμα...
Τον ευρίσκετε πολύ άσχημα, δεν μπορείτε να τον αναζωογονήσετε ολίγον;
Ήδη ο νεαρός ιατρός τον εξήταζε∙ και οι λοιποί ασθενείς, οι μείναντες εντός του βαγονίου, προσείχον, εκύτταζαν.

(Ακολουθεί)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Fri 30 Dec 2016, 4:37 pm



8 Αυγούστου 1894

Η Μαρία εις ην η μοναχή Αγίου Φραγκίσκου έδωκε τον κύαθον του ζωμού, τον εκράτει δια τοσούτω ασταθούς χειρός, ώστε ο Πέτρος ηναγκάσθη να τον λάβη και να της δώση αυτός να πίη αλλά κατέπινεν εκείνη μετά πολλής δυσκολίας, και δεν απετελείωσε τον ζωμόν, με τα όμματα προσηλωμένα επί του πάσχοντος, εν προσδοκία εντεταμένη ωσεί επρόκειτο περί της ιδίας της ζωής.
- Είπετέ μου, ηρώτησε αύθις η μοναχή Υακίνθη, πώς τον βλέπετε; Από τί πάσχει;
- Από τί πάσχει; Εψέλλισε ο Φερράν.Από τί δεν πάσχει! Είτα εξήγαγε μικρόν φιαλίδιον εκ του θυλακίου του, προσεπάθησε να εισαγάγη ολίγας σταγόνας αναμέσον των συνεσφιγμένων οδόντων του ασθενούς.
Ούτος εξέβαλε στεναγμόν, ανήγειρε τα βλέφαρα, τα εταπείνωσεν αύθις, και ουδέν πλέον, εφαίνετο νεκρός.
Η μοναχή Υακίνθη, τοσούτω συνήθως ήρεμος, ουδέποτε απελπιζομένη, κατελήφθη υπό ανυπομονησίας.
- Αλλ’ είνε φοβερόν! Και η αδελφή Κλαίρη που δεν φαίνεται! Της υπέδειξα ακριβώς το βαγόνι του πάτερ Μασία... Θεέ μου τί θα γίνωμε;
Βλέπουσα ότι δεν ηδύνατο να φανή χρήσιμος, η Αδελφή Αγίου Φραγκίσκου ητοιμάζετο να επιστρέψη εις το οψοπαροχείον. Πρό τούτου όμως ηρώτησε μη ο άνθρωπος, ίσως έφθινε απλούστατα εξ ασιτίας, διότι τούτο πολλάκις συνέβαινε, και αυτή δεν ήλθεν ή όπως προσφέρη τας ζωοτροφίας της.
Είτα αναχωρούσα, υπεσχέθη, εν η περιπτώσει συνήντα την αδελφήν Κλαίρην, να επισπεύση την έλευσίν της∙ και μόλις απομακρυνθείσα περί τα είκοσι μέτρα, εστράφη αύθις δεικνύουσα δι’ εντόνου κινήματος της χειρός την μοναχήν επανερχομένην μόνην, με το σεμνόν και ταχύ βάδισμά της.
Κύπτουσα από της θυρίδος η αδελφή Υακίνθη εφώναξεν επανειλημμένως.
- Έλα, έλα!... Και ο πάτερ Μασίας;
- Δεν είνε εκεί.
-Πώς δεν είν’ εκεί;
- Όχι. Όσα κι αν έκαμα δια να φθάσω γρήγορα, δεν εμπορούσα να προχωρήσω μέσα στον τόσον κόσμον. Όταν έφθασα εις το βαγόνι, ο πατέρ Μασίας είχε καταβή ήδη και εξήλθε βεβαίως του σταθμού.
Εξήγησε ότι ούτος, καθ’ α ελέγετο, είχε συνέντευξιν μετά του εφημερίου της Αγίας Ραδεγόνδης.
Κατά τα παρελθόντα έτη η συνοδεία των προσκυνητών εστάθμευεν επί είκοσι τέσσαρας ώρας∙ ετοποθέτουν τους ασθενείς εις το νοσοκομείον της πόλεως, και μετέβαινον εν λιτανεία εις την Αγίαν Ραδεγόνδην.
Αλλά κατά το έτος εκείνο, κώλυμα τι επήλθεν, ο συρμός θα κατηυθύνετο κατ΄ευθείαν εις Λουρδήν∙ και ο πάτερ Μασίας ευρίσκετο βεβαίως εκεί που μετά του εφημερίου, και συνδιελέγοντο, έχοντες κοινήν τινά υπόθεσιν.
- Μοι υπεσχέθησαν να τον στείλουν εδώ με το Άγιον Χρίσμα, ευθύς ως τον εύρουν.
Ήτο αληθής συμφορά δια την μοναχήν Υακίνθην. Αφού η επιστήμη ήτο ανίσχυροςς, ίσως το Άγιον Χρίσμα θ’ ανεκούφιζε τον ασθενή. Πολλάκις εγένετο μάρτυς της τοιαύτης ανακουφίσεως.
- Ω αδελφή μου, αδελφή μου, πώς λυπούμαι! Ηξεύρεις, αν ήσο καλή, θα επέστρεφες εκεί πέραν, θα παρεμόνευες τον πάτερ Μασίαν εις τρόπον ώστε να μου τον φέρης ευθύς ως φανή.
- Ναι, αδελφή μου, απεκρίθη πειθηνίως η μοναχή Κλαίρη, ήτις ανεχώρησεν αύθις με το σοβαρόν και μυστηριώδες ύφος της, διολισθαίνουσα ανά μέσον του πλήθους μετά της ευκαμψίας σκιάς.
Ο Φερράν παρετήρει πάντοτε τον άνθρωπον, καταλυπημένος ότι δεν ηδύνατο να ευχαριστήση την αδελφήν Υακίνθην αναζωογονών αυτόν.
Και επειδή εφαίνετο αποκαρτερήσας, τον ικέτευσεν εκείνη έτι.
- Κύριε Φερράν, μείνατε μαζί μου, περιμείνατε να έλθη ο πάτερ Μασίας... θα είμαι πλέον ήσυχος.
Έμεινε, την εβοήθησε ν’ ανασηκώση ολίγον τον ασθενή, όστις ωλίσθαινε επί του θρανίου.
Είτα η αδελφή Υακίνθη έλαβε μάκτρον και απέμαξε το πρόσωπόν του, όπερ εκαλύπτετο συνεχώς υπό αδρού ιδρώτος.
Και η προσδοκία παρετάθη εν μέσω της δυσφορίας των ασθενών των παραμεινάντων εν τω βαγονίω και της περιεργίας των έξω ανθρώπων, οίτινες ήρξαντο συναθροιζόμενοι.
Νεάνις, μετά ζωηρότητος παρεμέρισε το πλήθος∙ και ανερχομένη επί του αναβάθρου, απετάθη προς την κυρίαν δε Ζονγκιέρ.
- Λοιπόν μαμά; Αι κυρίαι σε περιμένουν εις το κυλικείον.
Ήτο η Ραϋμόνδη δε Ζονγκιέρ, υπερώριμος, ήδη δια την εικοσιπενταετή αυτής ηλικίαν, ομοιάζουσα καταπληκτικώς την μητέρα της, πολύ μελαγχροινή, με μεγάλη μύτη, μεγάλο στόμα, με πρόσωπον παχύ και επαγωγόν.
- Αλλά παιδί μου, βλέπεις, δεν ημπορώ ν’ αφίσω αυτήν την καϋμένη.
Και εδείκνυε την Γριβότην, ην είχε καταλάβει βηξ, συγκλονών αυτήν απαισίως.
- Ω! Μαμά, τί κρίμα! Η Κυρία Δεζανιώ και η κυρία Βολμάρ που ελογάριαζαν με τόση χαρά να φάμε μαζί η τέσσαρες!
- Τί θέλεις να κάμω παιδί μου;... Αρχίστε εν τούτοις, μόλις ημπορέσω να ξεφύγω θα έλθω να σας εύρω.
Είτα επελθούσης αυτή ιδέας τινός:
- Στάσου, είνε εδώ ο ιατρός.Θα προσπαθήσω να τω εμπιστευθώ την ασθενή μου... Πήγαινε, έρχομαι κατόπιν σου. Και ηξεύρεις πεθαίνω της πείνας!
Η Ραϋμόνδη επέστρεψε βραδέως εις το κυλικείον, εν ω η κυρία δε Ζονγκιέρ παρακάλεσε τον Φερράν ν’ ανέλθη εις το διαμέρισμα αυτής δια να προσπαθήσει ν’ ανακουφίση την Γριβόττην. Ήδη, κατά την επιθυμίαν της Μαρθας, εξήτασε τον μοναχόν Ισίδωρον, ου οι αμυδροί γόοι δεν απέπαυον∙ και εξέφρασε αύθις την αδυναμίαν αυτού δια νεύματος θλιβερωτάτου. Επροθυμοποιήθη εν τούτοις, ανεσήκωσε την φθισικήν, ελπίζων ότι δια της ορθιωτέρας στάσεως του σώματος θα κατέστελλε τον βήχα, όστις πράγματι έπαυσε κατά μικρόν. Είτα εβοήθησε την νοσηλεύτρια δέσποινα να τη δώση μικράν ποσότητα καταπραϋντικού φαρμάκου.
Εν τω βαγονίω η παρουσία του ιατρού εξηκολούθει επιδρώσα επί των ασθενών.
Ο κ. Σαβανιέ, όστις έτρωγε βραδέως τον βότρυν της σταφυλής τον κομισθέντα αυτώ υπό της συζύγου του, δεν τον ηρώτα, γιγνώσκων εκ των προτέρων την απάντησίν του, απαυδήσας από του να συμβουλεύεται, ως έλεγε, πάντας τους κορυφαίους της επιστήμης∙ ουχ ήττον ησθάνετο ποιαν τινά ευεξίαν βλέπων αυτόν αναστυλούντα την ατυχή κόρην, ης η γειτνίασις τον ηνώχλει. Και αυτή έτι η Μαρία παρηκολούθει τας κινήσεις του μετ’ αύξοντος ενδιαφέροντος, καίπερ μη τολμώσα να τον καλέση δι’ εαυτήν, βεβαία και αύτη ότι ήτο ανίσχυρος.
Επί της αποβάθρας ο διαγκωνισμός ήυξανε.
Δεν υπελείπετο πλέον η έν τέταρτον της ώρας.
Ωσεί αναίσθητος, με οφθαλμούς ανοικτούς και μηδέν βλέποντας, η κυρία Βετύ ενάρκου το πάθος αυτής υπό τον φλογμόν του ηλίου∙ εν ω προ αυτής, δια του αυτού λικνιστικού βήματος, η κυρία Βενσάν περιέφερε πάντοτε την μικράν Ρόζαν, βάρους τοσούτω κούφου πτηνού ασθενούς, ώστε δεν την ησθάνετο εν τη αγκάλη της.
Πολλοί έτρεχον εις την κρήνην και επλήρουν φιάλας και παντοειδή άλλα δοχεία.
Η κυρία Μαζ, περιποιουμένη πολύ τον εαυτόν της, και αγαπώσα μεγάλως την καθαριότητα, ηθέλησε να νίψη τας χείρας της αλλά φθάσα προ της κρήνης, εύρεν εκεί την Ελίζαν Ρουκέ πίνουσαν ύδωρ, ωπισθοχώρησε προ του τέρατος, προ του κυνοειδούς εκείνου κρανίου ου το ρύγχος διάβρωτον, και όπερ έτεινε την [πλάγαν;] σχισμήν του έλκους του,με την γλώσσαν κρεμαμέν ην [και λάπτουσαν]∙ και πάντες οι παρεστώτες εφρικίασαν, πάντες εδίσταζον να γεμίσουν τας φιάλας, και τα λοιπά δοχεία από της κρήνης αφ’ ης εκείνη έπιε.
Πολλοί προσκυνηταί έτρωγον κατά μήκος της αποβάθρας.
Ηκούοντο τα έρρυθμα δεκανίκια γυναικός ατελευτήτως περιπατούσης ανά μέσον των ομίλων.
Κατά γης, κολοβόπους τις εσύρετο επιμόχθως άδηλον τί ζητών.
Άλλοι σωρηδόν καθήμενοι δεν εκινούντο πλέον.
Άπασα η εκφόρτωσις εκείνη, το κινητόν εκείνο νοσοκομείον, εκφορτωθέν εκεί επί ημίσειαν ώραν, [πρεσελάμβανεν;;;] εν μέσω της ζωηράς κινήσεως των υγιών, όψιν φρικωδώς οικτράν και ευτελή υπό την παμφωταύγειαν της μεσημβρίας.
Ο Πέτρος δεν κατέλειπε πλέον την Μαρίαν, διότι ο κ. δε Γερσαίν εξηφανίσθη, ελ[κ]υσθείς υπό της χλοαζούσης διόψεος της πέριξ φύσεως, ήτις επεφαίνετο εις το άκρον του σταθμού.
Και ο νεαρός ιερεύς ανησυχών διότι έβλεπεν ότι δεν ηδυνήθη ν’ αποτελειώση τον ζωμόν, προσεπάθει, μειδιών, να νύξη τη λαιμαργίαν της ασθενούς, προσφερόμενος τη αγοράση έν ροδάκινον, αλλ’ ηρνείτο εκείνη, υπέφερε παραπολύ, τίποτε δεν την ευχαρίστει.
Τον ητένιζε δια των μεγάλων αυτής θλιβερωτάτων ομμάτων κατεχομένη εξ ίσον εξ ανυπομονησίας δια την στάσιν, ήτις επεβράδυνε την πιθανήν αυτής ίασιν, και εκ του φόβου της εκ νέου συνδονήσεως κατά μήκος του σκληρού εκείνου ατελευτήτου δρόμου.
Παχύσωμος τις κύριος επλησίασεν, ήγγισεν τον βραχίονα του Πέτρου. Ήτο μιξοπόλιος, γενειών, με μορφήν αδράν και πατρικωτάτην.
- Συγγνώμην, κύριε αββά, εις αυτό το βαγόνι δεν ευρίσκεται ασθενής πνέων τα λοίσθια;
Και του ιερέως απαντήσαντος καταφατικώς, κατέστη ούτος απλοϊκώτατος και οικειότατος.
- Ονομάζομαι κύριος Βενιερόν, είμαι υποτμηματάρχης του Υπουργείου των Οικονομικών και εζήτησα άδειαν να συνοδεύσω μετά της συζύγου μου, τον υιόν μου Γουσταύον εις Λούρδην...

(Ακολουθεί).
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sat 31 Dec 2016, 6:46 pm



9 Αυγούστου 1894

Το καϋμένο το παιδί έχει όλας του τας ελπίδας εις την Παναγίαν, την οποίαν παρακαλούμεν δι’ αυτόν πρωί και βράδυ.. Είμεθα εδώ εις το προ του ιδικού σας βαγόνιον, όπου έχομεν διαμέρισμα δευτέρας θέσεως.
Είτα στρεφόμενος, εκάλεσε τους ιδικούς του, δια χειρονομίας.
- Ελάτε, ελάτε, εδώ είνε∙ ο δυστυχής όντως κινδυνεύει.
Η κυρία Βενιερόν ήτο μικρόσωμος, με πρόσωπον επίμηκες και πελιδνόν, αναιμίας εκτάκτου εν τω ανεπιλήπτω αυτής ως αγαθής αστής παραστήματι, αναιμίας, ήτις ανεφαίνετο φοβερά παρά τω υιώ της Γουσταύω.
Ούτος ηλικίας δέκα πέντε ετών, μόλις εφαίνετο δέκα, ρικνός ισχνότητος σκελετώδους, με το δεξιόν σκέλος αναιμιών, οικτρότατα λεπτόν, τούθ’ όπερ τον ηνάγκαζε να βαδίζη διά δικανικίου.
Είχεν ισχόν προσωπάκι, κάπως στραβόν, εν τω οποίω δεν υφίσταντο πλέον ή τα όμματα, αλλά όμματα φαεινά σπινθηρίζοντα εξ ευφυΐας, εξηυγενισμένα εκ της οδύνης, διορώντα βεβαίως μέχρι των μυχιαιτάτων των ψυχών.
Πρεσβύτις τις ηκολούθει σύρουσα μετά δυσκολίας τα σκέλη∙ και ο κ. Βενιερόν ενθυμούμενος ότι την είχε λησμονήσει επέστρεψε προς τον Πέτρον, όπως συμπληρώση την παρουσίασιν.
- Η κυρία Σαίζ, η μεγαλειτέρα αδελφή της συζύγου μου, η οποία ηθέλησε επίσης να συνοδεύση τον Γουσταύον τον οποίον αγαπά πολύ.
Και κλίνων, χαμηλοφώνως, μετ’ εμπιστευτικού ύφους:
- Είνε η κυρία Σαίζ, χήρα εμπόρου σηρικών, τεραστίως πλουσία. Έχει πάθησιν της καρδίας, η οποία τη παρέχει μεγάλους φόβους.
Τότε άπασα η οικογένεια σεσωρευμένη εν ενί ομίλω παρετήρει μετά ζωηροτάτης περιεργείας τα εν τω βαγονίω διατρέχοντα.
Κόσμος συνέρρεεν ακαταπαύστως, και ο πατήρ ίνα ο υιός του ίδη καλλίτερον, τον ανύψωσε προς στιγμήν εν τη αγκάλη του, ενώ η θεία εκράτει το δεκανίκιον και η μήτηρ ωρθούτο και αυτή επί του άκρου των ποδών.
Εν το βαγονίω το αυτό πάντοτε θέαμα, ο άνθρωπος καθιστός, κατέχων την γωνίαν, άκαμπτος, με την κεφαλήν επί του σκληρού δρυίνου τειχώματος.
Ήτο πελιδνός, είχε κλειστά τα βλέφαρα, το στόμα συνεσπασμένον υπό της αγωνίας, περίρρυτος εκ του κρύου εκείνου ιδρώτος, ον η αδελφή Υακίνθη απέμασσεν από καιρού εις καιρόν δια πανίου∙ και αύτη δεν ωμίλει πλέον, δεν εδυσανασχέτει πλέον, ανακτήσασα την γαλήνην της, ελπίζουσα εις τον Θεόν, ρίπτουσα μόνον ενίοτε έν βλέμμα κατά μήκος της αποβάθρας ίνα ίδη μη ήρχετο ο πάτερ Μασσίας.
- Κοίταξε, Γουσταύε, είπεν ο κ. Βενιερόν προς τον υιόν του, θα είνε φθισικός.
Ο παις, ον ελυμαίνοντο χοιράδες, έχον το ισχίον διάβρωτον, εξ έλκους... μετ’ αρχομένης νεκρώσεως των σπονδύλων, εφαίνετο λαμβάνων ισχυρόν ενδιαφέρον προς το θέαμα της αγωνίας εκείνης. Δεν εφοβείτο, εμειδία, μειδίαμα απείρως θλιβερόν.
- Ω! Είνε φρίκη! Εψέλλισεν η κυρία Σαιζ, ήτις ωχρία εκ του τρόμου του θανάτου, εν τω συνεχεί αυτής φόβω μη νεκρώση αυτήν αιφνιδία τίς κρίσις της νόσου της.
- Διάβολε! Υπέλαβεν ο κ. Βενιερόν φιλοσοφικώτατα, ο καθείς με την σειράν του, πάντες θνητοί είμεθα.
Και το μειδίαμα του Γουσταύου προσέλαβε τότε ποιάν τινα οδυνηράν σκεπτικότητα, ωσεί ήκουσε λόγους άλλους, ευχήν ασυναίσθητον, την ελπίδα ότι η γηραιά θεία θ’ απέθνησκε προ αυτού και ότι θα εκληρονόμει τας ελπιζομένας πεντακοσίας χιλιάδας φράγκων, και ότι αυτός ούτος δεν θα ηνόχλει επί μακρόν την οικογένειάν του.
- Άφησέ τον κάτω, είπεν η κυρία Βενιερόν προς τον σύζυγόν της. Τον κουράζεις έτσι που τον κρατείς από τα πόδια.
Εβοήθησεν έπειτα, ως και η κυρία Σαιζ, όπως αποσοβηθή πας βίαιος τιναγμός του παιδός.
Το ατυχές πλάσμα είχεν ανάγκην τόσων περιποιήσεων! Ανά πάσα στιγμήν εφοβούντο μη τον χάσουν. Ο πατήρ εγνωμάτευσεν ότι ήτο προτιμότερον να τον ανεβάσουν αμέσως εις το βαγόνι.
Και ενώ αι δύο γυναίκες απεμακρύνοντο μετά του παιδός, ο κ. Βενιερόν προσέθηκεν, εις άκρον συγκεκινημένος, στρεφόμενος αύθις προς τον Πέτρον.
Α! Κύριε αββά, εάν ο Θεός μας τον πάρη, θα χάσωμεν την ζωήν μας μαζί του. Δεν λέγω τίποτε δια την περιουσίαν της θειάς του η οποία θα περάση εις άλλους ανεψιούς. Και θα ήτο, δεν είν’ έτσι, αφύσικο πράγμα να πεθάνη προ αυτής, ιδίως καθώς είνε η υγεία της... Τί τα θέλετε! Είμεθα όλοι εις χείρας της θείας Προνοίας και ελπίζομεν εις την Παναγίαν, η οποία βεβαίως θα κάμη ότι πρέπει.
Τέλος, η κυρία δε Ζονγκιέρ, καθησυχασθείσα υπό του ιατρού Φερράν, ηδυνήθη ν’ απομακρυνθή της Γριβόττης.
Αλλ’ εφρόντισε να είπε εις τον Πέτρον:
- Είμαι πεθαμένη από την πείνα, πηγαίνω μια στιγμή στο εστιατόριον. Αλλά, σας παρακαλώ, εάν η ασθενής μου αρχίση πάλιν και βήχει, ελάτε να με ειδοποιήσητε.
Εις το κυλικείον αφού κατώρθωσε να διασχίση την αποβάθραν μετά πολλής δυσκολίας, περιέπεσεν εν ετέρω συνωστισμώ. Οι εύποροι προσκυνηταί είχον καταλάβει εξ εφόδου τας τραπέζας, πολλοί ιερείς ιδίως εφαίνοντο εσπευσμένως εσθίοντες, εν μέσω του πατάγου των μαχαιροπιρούνων και των πινακίων.
Τρεις τέσσαρες υπηρέται δεν κατώρθουν να εξασφαλίσουν επιμελή υπηρεσίαν, τοσούτω μάλλον καθόσον πληθύς επιβατών εμπόδιζον αυτούς, συνωθούντο παρά το άβακι, ηγόραζον καρπούς, άρτον, κρύα κρέατα. Και εκεί, εις το βάθος του εστιατορίου επρογευμάτιζε η Ραϋμόνδη, εις μικράν τράπεζαν μετά της κυρίας Δεζανιώ και της κυρίας Βολμάρ.
- Α! Μαμά, επί τέλους! Εκραύγασεν. Ήμουν έτοιμη να έλθω πάλιν να σε φωνάξω. Πρέπει όμως να σ’ αφίνουν τουλάχιστον να τρως!
Εγέλα, ζωηροτάτη, εις άκρον περιχαρής δια τας τύχας του ταξειδίου, δια το ούτω ατάκτως λαμβανόμενον εκείνο πρόγευμα.
- Να! Σου εφύλαξα το μερδικό σου από το ψάρι και ιδού και μία κοτολέτα που σε περιμένει. Ημείς τρώμε ήδη αγκυνάραις.
Η εικών ήτο γοητευτικωτάτη. Υπήρχε τουλάχιστον εκεί ά[.]ρα τις έμπλεως φαιδρότητος, τερπνοτάτη την όψιν.
Η νεαρά κυρία Δεζανιώ ιδία, ήτο αξιολάτρευτος.
Ξανθή, λεπτοφυής, με κροκίνην άτακτον κόμην, γαλακτώδες μικρόν πρόσωπον, στρογγύλον, πλήρες λακκίσκων, και γελαστό, καλοκάγαθον. Αφού έκαμε πλούσιον γάμον, άφινεν από τριών ετών τον σύζυγόν της εις Τρουβίλλ, εις τα μέσα Αυγούστου, όπως συνοδεύση τους προσκυνητάς ως νοσηλεύτρια δέσποινα: ήτο το μέγα αυτής πάθος, φιλεσπλαγχνία σπαργώσα, ανάγκη ν’ αφιερούται πάσα εις τους ασθενείς επί πέντε ημέρας, αληθής ακολασία απολύτου αυταπαρνήσεως, εξ ης επανήρχετο κατάκοπος και μαγευμένη. Η μόνη της λύπη ήτο ότι δεν ήτο μήτηρ εισέτι και μετενόει ενίοτε, μετά κωμικωτάτης οργής, διότι παρεγνώρισε την κλίσιν αυτής ως αδερφής του ελέου.
- Α! Αγαπητή μου, είπε ζωηρώς προς την Ραϋμόνδην, μη λυπάσαι την μητέρα σου διότι δεν την αφίνουν καθόλου οι ασθενείς. Τουλάχιστον ούτω απασχολείται.
Και αποτεινομένη προς την κυρίαν δε Ζογκιέρ:
- Αν ήξευρες τί μακραί που μας φαίνονται αι ώραι εις την πρώτην θέσιν! Δεν ημπορεί κανείς ούτε να εργασθή ολίγον, είναι απηγορευμένον... Παρεκάλεσα να με βάλουν με ασθενείς, αλλά όλαι αι θέσεις ήσαν διατεθειμέναι, και είμαι αναγκασμένη απόψε να προσπαθήσω να κοιμηθώ στη γωνιά μου.
Εγέλα, προσέθηκε δε.
- Δεν είν’ έτσι; Κυρία Βολμάρ, θα κοιμηθούμε αφού η ομιλία φαίνεται πως σας κουράζει.
Αύτη ήτις θα είχεν υπερβή την τριακονταετίαν, μελαγχροινή λίαν, με πρόσωπον επίμηκες, με χαρακτηριστικά λεπτά και κουρασμένα, είχεν οφθαλμούς μεγάλους,λαμπρούς, ανθρακιάς, εφ’ ων ενίοτε αντιπαρήρχετο δίκην πέπλου, υγρότης ήτις εφαίνετο σβήνουσα αυτούς.
Δεν ήτο ωραία εις πρώτην όψιν∙ και καθόσον παρετήρει τις αυτήν, καθίστατο διεγερτική, κατακτητική, επιθυμητή μέχρι πάθους και μέχρι ανησυχίας. Άλλως τε προσεπάθει διαρκώς να παραμένη αφανής, μετριοφρονεστάτη, αποκρύπτουσα εαυτήν, σβύνουσα την αίγλην της, πάντοτε μελανείμων και άνευ ελαχίστου κοσμήματος, καίπερ ούσα σύζυγος αδαμαντοπώλου.
- Ω! Εγώ, εψέλλισε, φθάνει να μη με πολυταράττουν και είμαι ευχαριστημένη.
Πράγματι δις μετέβη εις Λούρδην, ως νοσηλεύτρια δέσποινα, και εν τούτοις ουδαμώς την έβλεπον εκεί, εις το Νοσοκομείον της Παναγίας των θλιβομένων, διατελούσαν εν τοιαύτη κοπώσει, κατά την άφιξίν της, ώστε ηναγκάζετο, έλεγε, να οικουρή.
Η κυρία δε Ζογκιέρ διευθύντρια της αιθούσης του νοσοκομείου, εδείκνυτο άλλως τε επιεικεστάτη.
- Α! Φίλαι μου, έχετε καιρόν να κοπιάσετε βραδύτερον.
Κοιμηθήτε τόρα, εάν ημπορείτε, και θα έλθη και η ιδική σας σειρά, όταν δεν ημπορώ εγώ πλέον να σταθώ στα πόδια μου.
Είτα αποτεινομένη προς την θυγατέρα της:
- Συ μικρούλα, θα κάμης καλά να μη πολυεξάπτεσαι, εάν θέλης να διατηρήσης γερό το κεφάλι σου.
Αλλ’ η Ραϋμόνδη την παρετήρησε με ύφος επιπληκτικόν, μειδιώσα.
- Μαμά, μαμά, γιατί το λες αυτο;... Μήπως δεν είμαι φρόνιμη;
Και δεν ήτο ανυπόστατος η καύχησις αυτής αύτη, διότι θέλησις ισχυρά, απόφασις να διευθύνη αυτή αύτη τα κατά τον βίον αυτής, επεφάνη εις τους φαεινούς της οφθαλμούς, υπό την έκφρασιν της αμερίμνου νεότητος, της απλώς ασμενιζούσης εν τη ζωή.
- Πράγματι, ωμολόγησεν η μήτηρ κάπως αιδουμένη, η κόρη αυτή φαίνεται έχουσα ενίοτε περισσοτέραν φρόνησιν από εμένα.
Έλα δος μου την κοτολέττα, σε βεβαιώ ότι είνε καλοδεχόμενη. Θεέ μου! Πόσο πεινούσα!

(Ακολουθεί).


Last edited by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 09 Jul 2017, 8:33 pm; edited 1 time in total
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 01 Jan 2017, 2:34 pm



10 Αυγούστου 1894

Το πρόγευμα εξηκολούθησε, φαιδρυνόμενον υπό των συνεχών γελώτων της κυρίας Δεζανιώ και της Ραϋμόνδης. Αύτη εζωογονείτο και το πρόσωπόν της, όπερ η προσδοκία του γάμου εκιτρίνιζε ήδη αμυδρώς, ανέκτα την ραδινήν αίγλην του εικοστού της έτους.
Έτρωγαν διπλαίς της βούκαις, διότι δεν υπελείποντο αυταίς πλέον ή δέκα λεπτά. Εν παντί τω εστιατορίω ήτο αύξον πανδαιμόνιον, συνδαιτημόνων οίτινες εφοβούντο ότι δεν θα επρόφθαναν να πάρουν τον καφφέ τους.
Αλλ’ ο Πέτρος ενεφανίσθη∙ αύθις η Γριβόττη κατελήφθη υπό πνιγμονής∙ και η κυρία δε Ζογκιέρ απετελείωσε την αγκινάραν της, είτα επέστρεψεν εις το βαγόνιον, αφού ησπάσθη την θυγατέρα της, ήτις της ευχήθη καλήν νύκτα επί το συνοπτικώτερον.
Εν τούτοις ο ιερεύς κατέστειλε κίνημα εκπλήξεως παρατηρήσας την κυρίαν Βολμάρ, με τον ερυθρόν σταυρόν των νοσηλευτριών δεσποινών επί του μελανού της περιστηθίου.
Την εγνώριζεν, επεσκέπτετο έτι αραιώς την γραίαν κυρίαν Βολμάρ, την μητέρα του αδαμαντοπώλου, παλαιάν γνωριμίαν της μητρός του∙ γυναίκα τρομεράν, υπεράγαν θρήσκον, τοσούτω αυστηράν ώστε έκλειε τα παραθυρόφυλλα ίνα η νύμφη της μη βλέπη εις την οδόν.
Και εγίγνωσκε την όλην ιστορίαν, την νεαράν γυναίκα εγκαθειρχθείσαν από της επαύριον του γάμου, μεταξύ της πενθεράς της ήτις ετήρει αυτήν υπό τρομοκρατίαν και του συζύγου της, τέρατος αγενεστάτης δυσμορφίας, όστις την έδερεν ενίοτε, έκφρων εκ ζηλοτυπίας καίπερ διατηρών γύναια εκτός του οίκου.
Δεν την άφιναν να εξέρχηται ή όπως μεταβαίνη εις την εκκλησίαν.
Ο Πέτρος ημέραν τινά, ανεκάλυψε μάλιστα το απόρρητόν της, βλέπων αυτήν όπισθεν του ναού ανταλλάσσουσαν ταχείς λόγους μετά κυρίου ανεπιλήπτου όλως εξωτερικού∙ την αναπόφευκτον και τοσούτω συγγνωστήν πτώσιν, το αμάρτημα εν τη αγκάλη του εχεμύθου φίλου, όστις έτυχε προ αυτής, το κρύφιον και ανηφάγον πάθος, το ανεκπλήρωτον και φλεγμαίνον την συνέντευξιν ην μετά τοσούτου μόχθου καθιστά τίς δυνατήν, ην δέον να προσδοκά επί εβδομάδας, ης επωφελείται απλήστως εν αιφνιδία αναφλέξει της επιθυμίας.
Εταράχθη εκείνη, τω έτεινε την προμήκη και θαλπεράν μικράν της χείρα.
- Μπα! Οποία συνάντησις κύριε αββά... Είναι τόσος καιρός που δεν ιδώθημεν!...
Και εξήγησεν ότι ήτο το τρίτον τούτο έτος όπου μετέβαινεν εις Λούρδην, ότι η πενθερά της την εξηνάγκασε να γείνη μέλος του Αδελφάτου της Παναγίας της Σωτηρίας.
- Παράδοξον πώς δεν την είδετε εις τον σταθμόν. Με βάζει εις την αμαξοστοιχίαν, κ’ έρχεται και με παραλαμβάνει εις την επιστροφήν.
Ελέχθησαν ταύτα αφελέστατα, αλλά μετά τοσαύτης εκφράσεως υποκώφου ειρωνίας, ώστε ο Πέτρος εμάντευσε. Την εγνώριζε μη θρήσκον, μη εκπληρούσαν τα θρησκευτικά αυτής χρέη ή όπως εξασφαλίζη ώραν ελευθερίας, από καιρού εις καιρόν∙ και τω επήλθεν αυτόματος η ιδέα ότι η γυνή ανεμένετο πέραν εκεί. Προς τον έρωτα αυτής βεβαίως έσπευδεν ούτω, με το συμμαζευμένον και διάπυρον ύφος της, με τους φλογερούς αυτής οφθαλμούς, ους έσβυνε υπό πέπλον νεκράς αδιαφορίας.
- Εγ∙ώ είπε και ο ιερεύς, συνοδεύω παιδικήν μου φίλην, ατυχή ασθενή νεάνιδα... Σας την συνιστώ, θα την νοσηλεύσετε...
Τότε ηρυθρίασεν ολίγον ή προς ην ωμίλει, ούτος δε δεν αμφέβαλε πλέον.
Άλλως τε, η Ραϋμόνδη εξήλεγχε τον λογαριασμόν με την σοβαρότητα γυναικός εθάδος περί τους αριθμούς∙ και η κυρία Δεζανιώ απεμακρύνθη μετά της κυρίας Βολμάρ.
Οι υπηρέται παρεζαλίζοντο πλειότερον, πλειότερον, αι τράπεζαι εκενούντο, πάντες είχον εξορμήση ακούοντες σημαίνοντα κώδωνα.
Και ο Πέτρος επίσης έσπευδεν επανερχόμενος εις το βαγόνι του, όταν τον εσταμάτησε τις.
- Α! Κύριε εφημέριε! Εφώναξε, σας είδα κατά την αναχώρησιν, αλλά δεν ημπόρεσα να σας πλησιάσω δια να σας χαιρετήσω.
Και έτεινε την χείραν του προς τον γηραιόν ιερέα, όστις παρετήρει αυτόν μειδιών αγαθώτατα.
Ο αββάς Ζυδαίν ήτο εφημέριος του Σαλινύ, μικρού δήμου του Ουάζ.
Υψηλόσωμος, εύσωμος, είχε πλατύ υπόχρουν πρόσωπον, περιστεφόμενον υπό λευκών βοστρύχων∙ και ησθάνετο τις αυτόν άγιον άνθρωπον, ουδέποτε βασανισθέντα υπό της σαρκός ή του πνεύματις. Αθωότητος ηρέμου, είχε πίστιν έμπεδον, απόλυτον, αβίαστον, πίστιν εύκολος παιδός αγνοούντος τα πάθη. Αφότου η Παναγία εν Λούρδη εθεράπευσεν αυτόν από παθήσεως τινός των οφθαλμών, δια θαύματος πολυκρότου περί ου ωμίλουν έτι, η πίστις αυτού εγένετο έτι τυφλοτέρα και τρυφερωτέρα, ωσεί εμποτισθείσα δια θείας ευγνωμοσύνης.
- Χαίρω που σας βλέπω μαζί μας, φίλε μου, είπε μειλιχίως, διότι οι νεαροί ιερείς έχουν πολλά να κερδίσουν από τα προσκυνήματα αυτά.. Με βεβαιούν ότι εν αυτοίς οφείλεται ενίοτε πνεύμα ανταρσίας. Λοιπόν! Θα ιδήτε όλους αυτούς τους ανθρώπους προσευχομένους, είνε θέαμα το οποίον θα σας φέρη τα δάκρυα ’στα μάτια... Πώς να μην παραδώση τις είτα εαυτόν εις τον Θεόν όταν βλέπη τοσαύτην οδύνην θεραπευομένην ή παραμυθουμένην!
Και ούτως συνώδευεν ασθενή. Υπέδειξε διαμέρισμα πρώτην θέσεως, εφ’ ου ήτο ανηρτημένη πινακίς μετά της επιγραφής: κ. αββας Ζουδαίν, κατειλημμένον.
Και ταπεινώς την φωνήν.
- Είνε η κ. Διελαφαί, ειξεύρετε, η σύζυγος του μεγάλου τραπεζίτου. Το μέγαρόν των, βασιλικόν ενδιαίτημα, είνε εντός της ενορίας μου∙ και όταν έμαθε ότι η Παναγία ηυδόκησε να μοι επιδαψιλεύση την υψηλήν της χάριν, με ικέτευσε να μεσιτεύσω υπέρ της ατυχούς ασθενούς. Ήδη ελειτούργησα πολλάκις υπέρ αυτής και ανέπεμψα διακαείς δεήσεις... Ιδού εκεί είναι κατά γης. Ηθέλησε επιμόνως να την κατεβάσουν ολίγον, μ’ όλον το κόπον που θα λάβουν δια να την ανεβάσουν πάλιν.
Επί της αποβάθρας υπό σκιάν, ευρίσκετο πράγματι εν είδει επιμήκους κιβωτίου, γυνή ης το ωραίον πρόσωπον, τελείου ωοειδούς σχήματος, με οφθαλμούς θαυμασίους δεν ενεδείκνυε πλειοτέρα των είκοσι και έξ ετών.
Ήτο προσβεβλημένη εκ φοβεράς ασθενείας, εξ εξαφανίσεως των ασβεστούχων αλάτων, ήτις επέφερεν την μαλάκυνσιν του σκελετού, την βραδείαν φθοράν των οστών.
Προ δύο ήδη ετών αφού εγέννησε τέκνον νεκρόν ησθάνθη αορίστους πόνους εις την σπονδυλικήν στήλην. Είτα, κατά μικρόν, τα οστά ηραιώθησαν και εστρεβλώθησαν, οι σπόνδυλοθ κατεκάθεζον, τα οστά της λεκάνης επλατύνοντο, τα των σκελών και των βραχιόνων εσμικρύνοντο∙ και ζαρωμένη, λυωμένη μάλλον είχε καταστή ανθρώπινον ράκος, πράγμα ρευστόν και ακατονόμαστον, το οποίον ήτο αδύνατον να στήσουν ορθόν, το οποίον μετέφερον με άπειρον προσοχήν, εκ φόβου μη ίδουν αυτό διαλυόμενον και έκφευγον αναμέσον των δακτύλων.
Η κεφαλή διετήρει το κάλλος αυτής, κεφαλή ακίνητος με ύφος κατάπληκτον και ηλίθιον.
Και προ του ελεεινού εκείνου γυναικείου λειψάνου, κατέθλιβεν ιδία την καρδίαν η περιβάλλουσα αυτήν χλιδή και πολυτέλεια, το οιονεί φέρετρον εκείνο το εμπεπετασμένον δια κυανής μετάξης, τα πολύτιμα τρίχαπτα υφ’ ων εκαλύπτετο, η εκ βαλεντιανών τοιούτων καλύπτρα ην έφερεν, όλβος ος εκόμπαζε μέχρι του θανάτου.
- Α! Τί κρίμα! Υπέλαβεν ο αββάς Ζουδαίν ημιφώνως, να είνε τόσω, τόσω ωραία, τόσο νέα, να έχει εκατομμύρια! Και εάν ηξεύρατε πώς την ηγάπων, πώς την λατρεύουν ακόμη και τόρα!... Ο σύζυγός της είνε ο υψηλός εκείνος κύριος που στέκει κοντά της∙ και ιδού η αδελφή της, η κυρία Ζουσσέρ, η κομψή εκείνη κυρία.
Ο Πέτρος ενθυμήθη ότι πολλάκις ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας το όνομα της κυρίας Ζουσέρ, συζύγου διπλωμάτου, διαπρεπή κατεχούσης θέσιν εν τη ανωτάτη καθολική κοινωνία των Παρισίων. Ιστορία τις μεγάλου έρωτος καταπολεμηθέντος και ηττηθέντος είχε μάλιστα κυκλοφορήσει. Ήτο άλλως τε ευειδεστάτη, ενδεδυμένη μετά θαυμασίας απερίττου τέχνης, περιποιουμένη ωσεί μετ’ απολύτου αφοσιώσεως την τάλαιναν αυτής αδελφήν.
Ο δε σύζυγος, όστις εν ηλικία τριάκοντα πέντε ετών είχε κληρονομήσει τον κολοσσιαίον τραπεζικόν οίκον του πατρός του, ήτο ωραίος ανήρ, λευκός την χροιάν, φιλόκαλος την περιβολήν, εσφιγμένος εν μαύρη ρεδεγκότα∙ αλλ’ είχε τους οφθαλμούς δακρυβρέκτους, διότι ελάτρευε την σύζυγόν του και ηθέλησε να την οδηγήση εις Λούρδην, εγκαταλείπων τας υποθέσεις του, αποθέτων την τελευταίαν αυτού ελπίδα εις την προς το θείον έλεος επίκλησιν ταύτην.
Βεβαίως από πρωΐας ο Πέτρος έβλεπε πληθώραν φοβερών δεινών, εν τω οδυνηροτάτω εκείνω λευκώ συρμώ. Ουδέν εν τούτοις κατετάρασσε τοσούτω την ψυχήν αυτού όσω ο ελεεινός εκείνος ανθρώπινος σκελετός ο ρευστοποιούμενος εν μέσω των τριχάπτων και των εκατομμυρίων του.
- Δυστυχής! Εψέλλισε φρίσσων.
Τότε ο αββάς Ζυδαίν έσχε κίνημα γαληνιαίας ελπίδος.
- Η Παναγία θα την θεραπεύση, την παρεκάλεσα τόσον!
Αλλ’ ήχησεν αύθις ο κώδων και ήδη επρόκειτο πράγματι περί αναχωρήσεως.
Δύο λεπτά υπελείποντο.
Ύστατος δαγκωνισμός εγένετο, επιβάται επανήρχοντο με τρόφιμα τυλιγμένα σε χαρτί, με τας φιάλας και τα λοιπά δοχεία τα οποία εγέμισαν εις την κρήνην.
Πολλοί εζαλίζοντο, δεν εύρισκον πλέον το βαγόνι των, έτρεχον ωσάν χαμένοι κατά μήκος της αμαξοστοιχίας∙ εν ω οι ασθενείς εσύροντο, εν μέσω κατεσπευσμένου θορύβου δικανικίων και έτεροι, οι δυσχερώς βαδίζοντες, επροσπάθουν να επισπεύσουν το βήμα, στηριζόμενοι εις τον βραχίονα των νοσηλευτριών δεσποινών.
Τέσσαρες άνδρες μετ’ απείρου δυσκολίας επιβίβαζον την κυρίαν Διελαφαί εν το βαγόνι της πρώτης θέσεως.

(Ακολουθεί)


Last edited by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 09 Jul 2017, 8:32 pm; edited 1 time in total
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Sun 09 Jul 2017, 7:01 pm



11 Αυγούστου 1894

Ήδη οι Βενιερόν οίτινες ηρκούντο ταξειδεύοντες εις δευτέραν θέσιν, εγκατεστάθησαν εν τω διαμερίσματι αυτών, εν μέσω παραδοξοτάτης σωρείας καλάθων, κιβωτίων, μαρσίπων, μόλις επιτρεπόντων τω μικρώ Γουσταύω ν' απλώση τα ωσεί εκτρωματικού εντόμου οικτρά αυτού σκέλη.
Είτα πάσαι ενεφανίσθησαν· η κυρία Μάζ διολισθαίνουσα με το άφωνον αυτής ύφος· η κυρία Βενσάν, κρατούσα υψηλό το φίλτατον αυτής θυγάτριον, κατεχομένη διηνεκώς εκ του φόβου μη ακούση αυτό ρηγνύον κραυγήν· η κυρία Βετύ, ην εδέησε να σπρώξουν, αφού εξήγειραν αυτήν εκ του ληθάργου της βασάνου της· η Ελίζα Ρουκέ, διάβροχος, ως επιμείνασα να πίη, απομάττουσα έτι την τερατώδη όψιν της.
Και ενώ έκαστος κατελάμβανε την οικείαν θέσιν του, και το βαγόνιον επληρούτο αύθις, η Μαρία ήκουε τον πατέρα της, κατευχαριστημένον διότι επροχώρησε μέχρι του άκρου του σταθμού, μέχρι φυλακείου τινός, οπόθεν εξελίσσετο τερπνοτάτη αληθώς θέα,
- Θέλεις να ξαπλωθής τόρα αμέσως; ηρώτησεν ο Πέτρος, ον κατελύπει το εναγώνιον πρόσωπον της ασθενούς.
- Ω! όχι, όχι. σε λιγάκι! απεκρίθη αύτη. Θα έχω καιρόν ν' ακούσω τους τροχούς να βροντούν μέσ' το κεφάλι μου ωσάν να μου σπάνουν τα κόκκαλα!
Η Αδελφή Υακίνθη είχε παρακαλέση τον Φερράν να εξετάση αύθις τον ετοιμοθάνατον άνδρα, προ τού επιστρέψη εις το κυλικείον του συρμού.
Ανέμενε δε πάντοτε τον πάτερ Μασσίαν, απορούσα δια την ανεξήγητον ταύτην αργοπορίαν· και εν τούτοις δεν απηλπίζετο, διότι η αδελφή Κλαίρη δεν εφάνη πλέον.
- Κύριε Φερράν, σας παρακαλώ, ειπέτε μου εάν ο δυστυχής αυτός διατρέχει άμεσον κίνδυνον.
Αύθις ο νεαρός ιατρός εξήτασεν, ηκροάσθη, έψαυσεν.
Είτα εποίησε νεύμα αποθαρρύνσεως· και χαμηλοφώνως:
- Η ιδέα μου είνε ότι δεν θα τον μεταφέρετε ζώντα εις Λούρδην.
Πάσαι αι κεφαλαί ετείνοντο, εναγώνιοι. Εάν ήξευραν, τουλάχιστον, το όνομα του ανθρώπου, πόθεν ήρχετο, ποίος ήτο! Άλλ' ο πανάθλιος εκείνος άγνωστος, παρ' ου δεν κατώρθουν να εξαγάγωσι τον ελάχιστον λόγον, θα έθνησκεν εκεί, εν τω βαγονίω εκείνω, χωρίς κανείς να δυνηθή να είπη το όνομά του.
Επήλθε τότε η ιδέα τη αδελφή Υακίνθη να ερευνήσουν τα ενδύματά του. Ουδέν το άτοπον εις ην κατάστασιν ευρίσκετο.
- Κύριε Φερράν, κυττάξτε παρακαλώ εις της τσέπαις του.
Με πολλήν προσοχήν, ούτος ηρεύνησε τον ασθενή.
Εις τα θυλάκια δεν εύρεν ή κομβολόγιον, μαχαίριον και τρεις οβολούς. Ουδέν επί πλέον εγνώσθη ποτέ περί αυτού.
Φωνή τις, τη στιγμή εκείνη, ανήγγειλε την αδελφήν Κλαίρην και τον πάτερ Μασσίαν.
Ούτος, απλούστατα, είχε βραδύνη συνδιαλεγόμενος μετά του εφημερίου της Αγίας Ραδεγόνδης, εν αιθούση αναμονής.
Επήλθε ζωηροτάτη συγκίνησις, το παν εφάνη προς στιγμήν σωθέν.
Αλλ' ο συρμός θα εξεκίνει, οι υπάλληλοι έκλειον ήδη τας θύρας, έδει να χορηγηθή το Άγιον Χρίσμα κατεσπευσμένως, εάν δεν ήθελαν να προξενήσουν παραπολύ μεγάλην βραδύτητα.
- Εδώ, άγιε πάτερ! εφώναζεν η μοναχή Υακίνθη. Ναι, ναι ανεβήτε! εδώ είνε ο ατυχής μας ασθενής.
Ο πάτερ Μασσίας πέντε έτη μεγαλείτερος του Πέτρου, όστις είχεν εν τούτοις αυτόν εν τη ιερατική σχολή συμμαθητήν, ήτο υψηλός, ισχνός, και είχε μορφήν ασκητού, ήν υπώχρος γενειάς, επλαισίου και εν ή φλογεροί εσπινθήριζον οφθαλμοί.
Δεν ήτο ούτε ο ιερεύς ο υπό της αμφιβολίας κατατρυχόμενος, ούτε ο ιερεύς ο παιδικήν έχων πίστιν, αλλ΄ο απόστολος ον το θρησκευτικό πάθος παρέφερε πάντοτε πρόθυμος εις αγώνα και νίκην, δια την δόξαν της Παναγίας.
Υπό το μέλαν επινώτιον με την μεγάλην κουκούλαν φέρων πίλον τριχωτόν με πλατυτάτους γύρους, ηύγαζεν εκ της συνεχούς ταύτης προς πάλην ζέσεως.
Αμέσως εξήγαγεν εκ του θυλακίου του την αργυράν λήκυθον του Αγίου Μύρου.
Και η ακολουθία ήρξατο, εν μέσω των τελευταίων πλαταγισμών των θυρών, εν τω καλπασμώ των βραδυνότων προσκυνητών και εν ω ο σταθμάρχης ανήσυχος εσυμβουλεύετο το ωρολόγιον δια του βλέμματος, βλέπει ότι θα ηναγκάζετο να επιτρέψη βραδύτητα ολίγων λεπτών.
- Credo in unum Deum... εψιθύριζε ζωηρώς ο ιερεύς.
- Amen, απήντησε η αδελφή Υακίνθη και πάντες οι εν τω βαγονίω.
Όσοι ηδυνήθησαν είχον γονυπετήση επί του θρανίου.
Οι λοιποί συνήνουν τας χείρας, δεν έπαυον σταυροκοπούμενοι· και όταν μετά τον ψίθυρον των ευχών και δεήσεων, αι φωναί ανετάθησαν, διάπυρος πόθος ανεπτερώθη με το Κύριε Ελέησον προς άφεσιν των αμαρτιών, προς σωματικήν και ψυχικήν ίασιν του ανθρώπου. Ίνα συγχωρηθή αυτώ άπας ο αγνοούμενος αυτού βίος και ίνα εισέλθη, άγνωστος και θριαμβεύων, εις την βασιλείαν των ουρανών!
- Christe, exaudi nos
- Ora pro nobis, Sancta, Dei Genitrix
Ο πάτερ Μασσίας εξήγαγε την αργυράν βελόνην, εις ην έτρεμε σταγών Αγίου Μύρου· δεν ηδύνατο εν τη τοσαύτη βία, εν τη ανυπομονησία ολοκλήρου του συρμού, από των θυρίδων του οποίου οι επιβάτες απορούντες προέβαλλον ήδη τας κεφαλάς, να σκεφθή περί της χρίσεως των διαφόρων αισθητηρίων οργάνων, των θυρίδων τούτων δι΄ων εισδύει το πονηρόν. Ως επέτρεπον οι εκκλησιαστικοί κανόνες έδει ν' αρκεσθή εις μίαν και μόνην χρίσιν· και ετέλεσε ταύτην επί του στόματος, αφ' ου μόλις ανεπέμπετο αμυδροτάτη πνοή, ενώ το πρόσωπον με τα ταπεινωμένα βλέφαρα εφαίνετο ήδη ωσεί εσβεσμένον επιστρέψαν εις την σποδόν της γης.
- Per istam sanctam unctionem, et suam piisimam misericordiam, indulgeat tibi Dominus quidquid per visum, auditum, odoratum, gustum, tactum, deliguisti.
Η επίλοιπος ακολουθία εσυντομεύθη, παρελήφθη, εχάθη εν τη βία της αναχωρήσεως.
Ο πάτερ Μασσίας μόλις επρόφθασε ν' απομάξη την σταγόνα δια του μικρού τεμαχίου του βάμβακος, το οποίον εκράτει η αδελφή Υακίνθη. Και ηναγκάσθη να καταλίπη το βαγόνι, να μεταβή εις το ιδικόν του ταχύτερον, ταξιθετών τα του Αγίου Μύρου, εν ω οι παρεστώτες επεράτον την τελικήν δέησιν.
- Δεν ημπορούμε να περιμείνωμε περισσότερον, είνε αδύνατον! επανελάμβανεν ο σταθμάρχης έξαλλος. Ελάτε, κάμετε γρήγορα!
Τέλος θα εξεκίνουν. Πάντες επανεκάθησαν, ανέλαβον τας θέσεις των.
Η κυρία δε Ζογκιέρ ήν η κατάστασις της Γριβότης εξηκολούθει ανησυχούσα, ήλλαξε θέσιν, ήλθε πλησιέστερον προς αυτήν, απέναντι του κ. Σαβανιέ ο οποίος ανέμενεν εγκαρτερών και σιωπηλός.
Η αδελφή Υακίνθη, δεν επέστρεψεν εις το διαμέρισμά της, αποφασισμένη να μείνη παρά τω αγνώστω, προς επαγρύπνησιν και νοσηλείαν· τόσω μάλλον καθόσον εκεί ήτο πλησιέστερον να περιποιηθή τον μοναχόν Ισίδωρον, ου την κρίσιν δεν εγίνωσκεν η Μάρθα πώς ν' ανακουφίση. Και η Μαρία, ωχριώσα, ησθάνετο ήδη εις τα μυχιαίτατα της οικτράς της σαρκός, τας δονήσεις της αμαξοστοιχίας, προτού ή επαναλάβη αύτη τον δρόμον αυτής υπό τον φλογερώτατον ήλιον, μεταφέρουσα το εξ ασθενών φορτίον της εν τη πνιγηρότητι και τη δηλητηριάσει των υπερθερμασμένων βαγονίων.
Αντήχησε παρατεταμένος συριγμός, η μηχανή εξεφύσησε και η μοναχή Υακίνθη ηγέρθη και είπε:
- Magnificat, τέκνα μου!

Δ.

Εκκινούντος του συρμού η θύρα ηνεώχθη και σιδηροδρομικός υπάλληλος ώθησε κοράσιον δεκατετραετές εις το διαμέρισμα όπου ευρίσκετο η Μαρία και ο Πέτρος.
- Να! έχει θέσι, ανεβήτε γρήγορα!
Ήδη οι επιβάται εσκυθρώπαζον, θα διεμαρτύροντο.
Αλλ' η αδελφή Υακίνθη ανέκραξε:
- Μπα; συ είσαι Σοφία! Έρχεσαι λοιπόν να ιδής την Παναγίαν, η οποία σ' εθεράπευσε πέρυσι;
Και η κυρία δεν Ζογκιέρ έλεγε ταυτοχρόνως:
- Α! καλή μου Σοφία, είνε καλόν να είνε κανείς ευγνώμων.
- Ναι αδελφή μου. ναι κυρία! απεκρίθη χαριέντως η κορασίς.
Άλλως τε η θύρα επανεκλείσθη, και ήσαν αναγκασμένοι πλέον να παραδεχθούν την νέαν αυτήν προσκυνήτριαν, την ως εξ ουρανού πεσούσαν, καθ' ην στιγμήν ανεχώρει ο συρμός, ον μικρού δειν να χάση.
Ήτο λιγνή, δεν θα έπιανε πολύν τόπον.
Είτα αι κυρίαι την εγνώριζον, πάντα των ασθενών τα όμματα προσηλώθσαν επ' αυτής, λεχθέντος ό,τι η Παναγία την εθεράπευσεν. Αλλ' είχον εξέλθει του σταθμού, η μηχανή ήσθμαινε εν τη αυξούση δονήσει των τροχών, και η Αδελφή Υακίνθη επανέλαβε, κροτούσα τας χείρας της:
- Ελάτε, ελάτε, τέκνα μου, είνα ώρα να ψάλωμεν τοMagnificat!
Εν ω ο ευφρόσυνος ψαλμός ανεπέμπετο εν μέσω των δονήσεων, ο Πέτρος παρετήρει την Σοφίαν.
Ήτο προφανώς μικρά χωρική, θυγάτηρ πτωχών γεωργών των περιχώρων του Πουατιέ, την οποίαν οι γονείς της εχάϊδευαν και ανέτρεφον ως κόρην των πόλεων, αφ' ότου ήτο "θαυματουργηθείσα", εκλεκτή της Παναγίας, ην οι εφημέριοι των περιχώρων επεσκέπτοντο.
Έφερε ψιάθινον πίλον με ροδόχρους ταινίας, εσθήτα εκ φαιού ερίου. Και το στρόγγυλόν της πρόσωπον δεν ήτο ευειδές, άλλ' αγαστόν, ακμαιότατον, καταυγαζόμενον υπό αιθρίων ευφυών ομμάτων, άτινα προσέδιδον αυτή έκφρασιν ιλαράν και μετριόφρονα.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Émile Zola, Λούρδη (1ο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο: Οι τρεις πόλεις) μετάφραση αγνώστου στην εφημερίδα Ακρόπολις 31/7/1894 έως 31/12/1894.

Post by Sponsored content


Sponsored content


Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top

- Similar topics

 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum