Little, Big John Crowley

View previous topic View next topic Go down

Little, Big John Crowley

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Fri 17 Mar 2017, 8:25 pm

John Crowley
Little, Big
538 σελ.
Harper Collins Publishers 2006
ISBN 0061120057 (ISBN13: 9780061120053)





Στην αρχή υπήρχε ένα πράγμα που με ενοχλούσε (μετά έγιναν περισσότερα). Ήταν αυτός ο μαγικός ντετερμινισμός που κρύβεται πίσω από μια φράση, του μότο όλων όσων ζουν μέσα στον καταπιεστικό κύκλο της «Ίστορίας» (Tale, την ονομάζει ο συγγραφέας, κάτι ανάμεσα στην Διήγηση και Παραμύθι), μια ρήση όπου όλοι φαίνεται πως ασπάζονται με την μέγιστη παραίτηση, με ένα μοιρολατρικό ανασήκωμα των ώμων, χωρίς ποτέ να επαναστατούν (ή όταν το κάνουν, το κάνουν με μεγάλη αποτυχία, δέσμιοι ενός πεπρωμένου που δεν ελέγχουν, σαν μαριονέτες –θύματα ενός αόρατου κουκλοπαίχτη που προγραμματίζει κάθε τους κίνηση) και η φράση αυτή είναι: «Ε, λοιπόν δεν είναι δα και η πρώτη φορά που κάτι σαν κι αυτό, συνέβη στον κόσμο». Έτσι δικαιολογούν, έτσι αποδέχονται και έτσι υποτάσσονται. Και αυτό με δυσκόλεψε να συμπαθήσω στην αρχή τους χαρακτήρες, μέχρι που θυμήθηκα πόσο μου άρεσε παλιότερα να ακούω την ιστορία του Πέερ Γκυντ, γιατί ο Ίψεν είχε καταπιαστεί κι αυτός με το ίδιο θέμα και μάλιστα η δική του φιλοσοφία περί των μαγικών πραγμάτων, αυτών που επιβιώνουν ακόμα και σήμερα στην Σκανδιναβική λαογραφική παράδοση, είναι πληρέστερη από αυτήν του Crowley, γιατί συνοψίζεται σε μία λέξη η οποία διαχωρίζει τα πάσης φύσεως μαγικά πλάσματα από τους ανθρώπους: Αυτάρκεια. Οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν πρέπει να είναι αυτάρκεις. Και δεν εννοούσε ο Ίψεν φυσικά την πραγματιστική αυτάρκεια, τους στοιχειώδεις συμβιβασμούς της καθημερινότητας, φυσικά όχι αυτό. Εννοούσε μια αυτάρκεια σε επίπεδο οντολογικό. Ο άνθρωπος είναι ένα ον υπό κατασκευή η τελείωσή του είναι μια αδιάκοπη πορεία με χαρακτήρα εκπλήρωσης σε ένα μελλοντολογικό επίπεδο, συνεχώς οφείλει να εξελίσσεται, να προοδεύει, να αναπτύσσεται. Τα βασανισμένα ανθρώπινα πλάσματα του Crowley είναι σκιές ανθρώπων, είναι δεμένα χειροπόδαρα και δεν έχουν καν την διάθεση να ξεφύγουν, ακόμα κι όταν την έχουν δεν απαλλάσσονται από τις λεπτές κλωστές που υφαίνουν οι μοίρες, γιατί τους λείπει η διάθεση να παλέψουν, να αντιταχθούν και να διεκδικήσουν την «ανθρωπινότητά» τους. Έτσι αποδέχονται την παιδεραστία, τον βιασμό, την εξαπάτηση, την προδοσία, την αιμομιξία γιατί όλα αυτά: «Ε, λοιπόν δεν είναι δα και η πρώτη φορά που κάτι σαν κι αυτό, συνέβη στον κόσμο». Ξεχνούν δηλαδή, αγνοούν πως ο άνθρωπος υπάρχει ώστε να ξημερώσει κάποτε η μέρα που «κάτι σαν κι αυτό δεν θα ξανασυμβεί στο κόσμο».

Ωστόσο αν κάποιος ξεπεράσει την ναυτία που του προκαλεί αυτή η καθήλωση, μπορεί να απολαύσει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, με συμπαθητικούς χαρακτήρες, των οποίων βέβαια η σκιαγράφηση της ψυχολογίας, θυσιάζεται μέσα στον μαγικό ντετερμινισμό που υπερισχύει όλων των άλλων. Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί ένα πουλί που μιλάει του το είπε. Γιατί φέρθηκε έτσι; Γιατί ένα ξωτικό του χάρισε ένα σακούλι. Γιατί βλέπει αυτά τα πράγματα; Γιατί κάποιος του έριξε νεραϊδόσκονη στα μάτια. Η πλήρης αποποίηση ευθυνών, η φτηνότερη των δικαιολογιών, υπάρχει σε όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις, ας θυμηθούμε για παράδειγμα, το πανάρχαιο ισχυρισμό που διασώζεται ως σήμερα «το φίδι μου έδωσε να το φάω». Ωστόσο οι άνθρωποι σε αυτήν την ιστορία δεν είναι λιγότερο βασανισμένοι από εκείνους που περιγράφει, για παράδειγμα, ο Ζολά μέσα από τον δικό του νατουραλιστικό ντετερμινισμό της κληρονομικής προδιάθεσης, που και από εκεί βγαίνουν άνθρωποι προγραμματισμένοι να καταλήξουν σε αυτό για το οποίο σχεδιάστηκαν, μέσα από έναν συνδυασμό γενετικών υλικών. Μπορεί με έναν τρόπο λοιπόν όλα να είναι διαφορετικές θεωρήσεις την μίας και αυτής πραγματικότητας. Αν και πιστεύω πως υπάρχει μια σχετική διαφοροποίηση, ωστόσο δεν υπάρχει λόγος να το αναλύσω περισσότερο.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι μια παραμυθένια εκδοχή κλασικών αμερικάνικων ιστοριών, τέτοιων όπως έχουν αποτυπωθεί σε έργα όπως πχ το «Ah, Wilderness!» του Eugene O'Neill και το «Our Town» του Thornton Wilder και σε τόσες άλλες τυπικές αμερικάνικες ιστορίες, όπου κυριαρχούν, οι αγροικίες χτισμένες επάνω στα κόκαλα των ινδιάνων, τα θαμμένα ερείπια των πρώτων αποίκων, οι λίμνες και τα ποτάμια, τα δάση, τα καλάμια του ψαρέματος και τα χωράφια της σίκαλης, το πέρασμα των εποχών, με άλλα λόγια η ήσυχη και μελαγχολική ζωή μιας τυπικής –στερεοτυπικής – αμερικανικής επαρχιακής πόλης. Πρόκειται συγκεκριμένα για ένα σύμπλεγμα μικρών πόλεων και των προαστίων τους που σχηματίζουν ένα είδος πεντάκτινου αστεριού και στο κέντρο βρίσκεται η ιδιοκτησία του Έτζγουντ, που ανήκει στην ιδιόρρυθμη οικογένεια Ντρινκγουότερ, το σπίτι τους, ένα οικιστικό σύμπλεγμα από πολλούς και διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς τύπους, ένα σπίτι που αποτελεί μια πιο διακριτική εκδοχή του σπιτιού που έχει περιγράψει ο Μίχαελ Έντε, όταν κυκλοφόρησε στα 1979 την «Ιστορία Χωρίς Τέλος», το σπίτι της «Κοκόνα Αγιουόλα» που μπορεί να αλλάζει, να μεταμορφώνεται, να μετασχηματίζεται ακολουθώντας την –κατά τα φαινόμενα ιδιαίτερα προσφιλή στους συγγραφείς φαντασίας – συνταγή ενός λαβυρίνθου που (βλέπε και «House of Leaves», «Rose Red» κτλ), εκφράζει μια υλική υποστασιοποίηση του ανθρώπινου υποσυνειδήτου, ενός χώρου, όπου το πραγματικό υποτάσσεται στις ανάγκες μιας ονειρικής απορρύθμισης, η οποία καταργεί (ή επαναπροσδιορίζει) τα μεγέθη, τις διαστάσεις, τις αποστάσεις και την ευρύτερη έννοια του χώρου και του χρόνου.

Εκεί λοιπόν, σε ένα πιο ραφιναρισμένο και λιγότερο σκονισμένο «Μακόντο» (το ματσίσμο, παραμένει ματσίσμο ωστόσο) εκεί λοιπόν έρχεται να ζήσει, εγκαταλείποντας μια για πάντα την Μεγάλη Πόλη, ο Σμόκυ Μπάρναμπλ, στο αλλόκοτο πατρογονικό της συζύγου του, της Άλις Ντρινκγουότερ κι εκεί, μέσα από ξεχωριστά και σύντομα επεισόδια μαθαίνουμε για τις ζωές τους, τα μικρά και μεγάλα τους δράματα, την εξέλιξη του δεσμού τους (καθώς από υποκινούμενος έρωτας εξελίσσεται σε μια ιδιόρρυθμη αγάπη, η οποία κατά τα φαινόμενα είναι αρκετά μεγάλη ώστε να περιλάβει ποικιλοτρόπως και άλλα μέλη της οικογένειας). Η γηραιά θεία Κλάουντ συνεχίζοντας της οικογενειακή παράδοση, κάνει προγνώσεις ρίχνοντας τα χαρτιά, ο παππούς της οικογένειας συνομιλεί με μικρά ζωάκια και καταγράφει τις ιστορίες τους, η Σοφία, η αδερφή της Άλις, περνάει τον καιρό της ταξιδεύοντας μέσα σε μια άλλη διάσταση, εκείνη των ονείρων κτλ. Στην Μεγάλη Πόλη παραμένει ο ξάδερφος Τζόρτζ Μάους, ένας πληθωρικός τύπος που θυμίζει νοτιοευρωπαίο μετανάστη στην Νέα Υόρκη των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος κατά τα φαινόμενα έχει και μια ιδιαίτερη αδυναμία στα ναρκωτικά. Σε μια παράλληλη διάσταση υπάρχει το μαγικό σπίτι της γηραιάς κυρίας Άντερχιλ και διάφορα άλλα (αόρατα στους περισσότερους, ορατά κυρίως στα μονόφρυδα μέλη της οικογένεια, καθώς αυτό αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο γενετικό χαρακτηριστικό) όντα, οι προθέσεις των οποίων παραμένουν αξεδιάλυτες και το συναπάντημα μαζί τους, οδηγεί συνήθως σε απόκοσμες περιπέτειες. Η θεωρία πίσω από αυτήν την εξωπραγματική διάσταση είναι η εξής:

«Η εξήγηση είναι πως ο κόσμος που κατοικείται από αυτά τα πλάσματα δεν είναι ο κόσμος που ζούμε εμείς. Είναι ένας Παντελώς διαφορετικός κόσμος που περιβάλλει τον δικό μας. Είναι, κατά μία έννοια ένα συμπαντικό, απομονωμένο, αντικαθρέφτισμα του δικού μας με μια αλλόκοτη γεωγραφία, την οποία μπορώ μονάχα να περιγράψω ως χοανοειδή [...] Με αυτό εννοώ πως ο άλλος κόσμος αποτελείται από μια σειρά από ομόκεντρους δακτυλίους, τους οποίους καθώς κάποιος εισχωρεί βαθύτερα μέσα στον άλλο κόσμο, αυτοί μεγαλώνουν. Όσο περισσότερο προχωράς προς τα μέσα, τόσο πιο πολύ μεγαλώνουν. Κάθε περίμετρος από αυτά τα ομόκεντρα εμπεριέχει έναν μεγαλύτερο κόσμο, ώσπου στο κέντρο υπάρχει το Άπειρο. Ή έστω ένα μέγεθος τεραστίων διαστάσεων[....] Εμείς οι άνθρωποι κατοικούμε αυτό που στην ουσία είναι ο μεγαλύτερος εξωτερικός κύκλος στην αντεστραμμένη χοάνη, η οποία αποτελεί τον άλλο κόσμο. Και ο Παράκελσος έχει δίκιο. Η κάθε μας κίνηση συνοδεύεται από αυτά τα όντα, αλλά αδυνατούμε να τα αντιληφθούμε, όχι επειδή είναι άυλα, αλλά γιατί εδώ, είναι πολύ μικρά για να γίνουν ορατά».

Και όλα αυτά τα επίγεια σύμπαντα τα σκεπάζει ένας ουράνιος θόλος, την χαρτογράφηση του οποίου κατέχει καλά ο κεντρικός ήρωας, και μια κατασκευή (εφεύρεση του παππού της Άλις και ιδρυτή της οικογένειάς της), μια ατελής απομίμηση του ουρανoύ, το λεγόμενο «Κοσμο-οπτικόν» (Cosmo – Opticon), από χρωματιστό γυαλί και κατεργασμένο σίδηρο, που αναπαριστά την κίνηση του ζωδιακού κύκλου και την κίνηση των πλανητών και είναι –καίτοι μικρογραφικός – ωστόσο τεραστίων διαστάσεων.

Κάπου στη μέση η ιστορία απομακρύνεται από την επαρχία και το κεντρικό ζευγάρι αλλάζει, έχουμε πλέον μια νέα ερωτική ιστορία, πιο συμπαθητική και προσγειωμένη, μέσα σε μια πόλη, που θυμίζει μια παρακμιακή, ελαφρώς δυστοπική Νέα Υόρκη. Κάπου ανάμεσα στα ρουστίκ φλασμπάκ, ανάμεσα σε διάφορα επεισόδια από τον μαγικό κόσμο των πλασμάτων όπου κυριαρχεί η κυρία Άντερχιλ, υπάρχει η πόλη και ένα νέο ζευγάρι που παλεύει να επιβιώσει καθώς και κάποια καινούργια πρόσωπα όπως η Άριελ Χώκσκουιλ που είναι ένα είδος μέντιουμ με υπερανεπτυγμένες μνημοτεχνικές ικανότητες, η οποία δουλεύει για λογαριασμό μιας οργάνωσης μεγαλοεπιχειρηματιών, τραπεζιτών κτλ, που λέγεται «Noisy Bridge Rod and Gun Club» (γενικά κρότοι και οι βροντές είναι ένα από τα συνοδευτικά, ηχητικά ανεξήγητα στοιχεία αυτού του κομματιού της ιστορίας), ένας προφήτης και συνάμα ημιπαράφρονας μεταφορέας - κούριερ που λέγεται Φρεντ Σαβάζ και ένας ρήτορας που κουβαλάει σκιώδη μυστικά και ξέρει τον τρόπο να ξεσηκώνει τα πλήθη και να τα μετατρέπει σε άβουλα υποχείριά του, ο Ράσελ Άιγκενμπλικ. Εδώ η ιστορία κάνει κοιλιά, γιατί πλατειάζει και περιπλέκει τα πράγματα, αφήνοντας τα όλα να αιωρούνται μέσα σε ένα πέπλο αβεβαιότητας. Μοιάζει η ιστορία να μην αποφασίζει πώς θέλει να εξελιχθεί. Ως πολιτική σάτιρα; Ως φιλοσοφική αλληγορία; Ως ιστορία φαντασίας; Ως νοσταλγική αναπόληση; Ως ερωτική ιστορία; Ως κοινωνική κριτική; Είναι λίγο από όλα και τελικά τίποτα από όλα αυτά. Μισόλογα, νύξεις και ταλαιπωρία για τον αναγνώστη. Ορισμένως το πιο ενδιαφέρον σημείο, ένα σημείο καθαρά θεωρητικό, είναι ένα απόσπασμα, μια σύντομη πραγματεία που συμπεριλαμβάνει τις έννοιες του χώρου και του χρόνου ως μέσα πρόσληψης του Κόσμου:

«Η διαφορά ανάμεσα στην αρχαία ιδέα περί της φύσεως του κόσμου και στην σύγχρονη, είναι πως στην αρχαία ο κόσμος λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο του χρόνου ενώ στη νέα μέσα στο πλαίσιο του χώρου. Αν κάποιος κοιτάξει στην αρχαία ιδέα μέσα από πρίσμα της νέας δεν θα καταλάβει τίποτα: Θάλασσες που ποτέ δεν υπήρξαν, κόσμοι που υποτίθεται πως κατέρρευσαν και δημιουργήθηκαν εκ νέου, αρμαθιές από δέντρα, νησιά, βουνά και δίνες που δεν μπορούν να εντοπιστούν. Αλλά οι αρχαίοι δεν ήταν ούτε ανόητοι, ούτε δίχως αίσθηση προσανατολισμού. Απλώς δεν έβλεπαν μια γήινη σφαίρα. Όταν έκαναν λόγο για τα τέσσερα σημεία της γης, δεν εννοούσαν φυσικά τέσσερις απτές τοποθεσίες. Εννοούσαν τέσσερις επαναλαμβανόμενες καταστάσεις του κόσμου, με ίσες χρονικές αποστάσεις η μία από την άλλη. Εννοούσαν τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες. Όταν έκαναν λόγο για τις επτά σφαίρες δεν εννοούσαν (μέχρι που ο Πτολεμαίος προσπάθησε ανόητα να τις απεικονίσει) επτά σφαίρες στο διάστημα. Εννοούσαν εκείνους τους κύκλους που διαγράφονται στον χρόνο από την κίνηση των αστεριών. Ο χρόνος, αυτό το ευρύχωρο επταώροφο βουνό, όπου οι αμαρτωλοί του Δάντη περιμένουν αιωνίως. Όταν ο Πλάτωνας μιλάει για ένα ποτάμι που περιβάλλει τη γη που βρίσκεται κάπου ανάμεσα (όπως το αντιλήφθηκε η νέα ιδέα περί κόσμου) κάπου στον αέρα και κάπου, επίσης, στο μέσο της γης εννοεί το ίδιο ποτάμι στο οποίο ο Ηράκλειτος δεν μπορούσε να πατήσει μέσα δύο φορές. Ακριβώς σαν μια λάμπα που κινούμενη στο σκοτάδι σχηματίζει μια φιγούρα φωτός στον αέρα, η οποία παραμένει για όσα ακριβώς διαρκεί η κίνηση, έτσι και το σύμπαν διατηρεί το σχήμα του μέσα από την επανάληψη: Το σύμπαν είναι το σώμα του χρόνου. Και πώς προσλαμβάνουμε αυτό το σώμα και πώς το χειριζόμαστε; Όχι με τα μέσα που αντιλαμβανόμαστε την έκταση, τον συσχέτιση, το χρώμα, το σχήμα – αυτά είναι ιδιότητες του χώρου. Όχι μέσα από μετρήσεις ή εξερεύνηση. Όχι. Αλλά με τα μέσα που προσλαμβάνουμε την έννοια της διάρκειας, της επανάληψης και της αλλαγής. Μέσα από την Μνήμη».

Αυτός ο λίγο –πολύ αυθαίρετος διαχωρισμός, είναι το φιλοσοφικό (περισσότερο θεοσοφικό μάλλον και σαφέστατα ψευδοεπιστημονικό – αποκρυφιστικές παρλαπίπες με μια κατ’ επίφαση δόση αληθοφάνειας-) υπόβαθρο όπου προετοιμάζεται μια σύγκρουση: Ανάμεσα σε μια χωρική – τοπογραφική Γεωγραφία και σε μια χρονική, ασαφή ή ακόμα και επινοημένη Μνήμη.

Στη συνέχεια η ιστορία ξεφεύγει ακόμα περισσότερο και επιβαρύνεται με ημιτελείς και ανολοκλήρωτες πλοκές που έρχονται να μπλεχτούν μέσα στην κεντρική ιστορία, και δημιουργούν κόμπους σε ένα ήδη μπερδεμένο κουβάρι. Ένας μύθος ανάλογος με εκείνον του μαρμαρωμένου βασιλιά, μια φαιδρή εκδοχή του ανθρώπινου Αγαθαγγελισμού που επιζητεί πάντα την σωτηρία μέσα από κάποιον άλλο, ως εύκολη λύση, και καταλήγει στην καταστρατήγηση της ανθρώπινης ευτυχίας, δεν κατορθώνει να οδηγήσει σε κάποια σύγκρουση, έτσι μεταμορφώνεται ένα βολικά εφιαλτικό και μακρόσυρτο χειμώνα και τελειώνει όπως κάθε χειμώνας: με τον ερχομό της άνοιξης και του καλοκαιριού.

Το έργο αυτό, το βιβλίο αυτό, τελικά αποκαλύπτει την ταυτότητά του, ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας ενδεχομένως συνειδητοποιήσει πως το δέσιμο των ιστοριών του τον έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο, αναπτύσσει την κεντρική θεωρία, αυτό δηλαδή που συνιστά την λογοτεχνική κατηγοριοποίηση του έργου: Δεν είναι επική φαντασία, δεν έχει αρκετό αίμα και ατσάλι. Δεν είναι κάποιου είδους αλληγορία, οι ψευδοεπιστημονικές θεωρίες του χάσκουν από παντού (και το γνωρίζει). Δεν είναι καν μαγικός ρεαλισμός, όπως θα ήταν αν το συντόμευε σε μια αξιοπρεπή νουβέλα και το έκλεινε στο πρώτο μέρος. Είναι ωστόσο, μέσα στην μαγευτική πεζότητά του, μέσα στην προνομιακή συρραφή των σκόρπιων ιστοριών που ενδεχομένως είχε μαζέψει στο συρτάρι και σκονίζονταν αχρησιμοποίητες, είναι μια «σαπουνόπερα του φανταστικού». Αν φανταστούμε τις ιστορίες ως μακρόσυρτα επεισόδιο του ενός και ίδιου έργου, ιδού έχουμε το νεραϊδένιο ανάλογο της «Τόλμης και Γοητείας». Έτσι με απόλυτη ειλικρίνεια παραδίδει στους αναγνώστες του το παρακάτω απόσπασμα:

«Τί φόρμα! Γιατί κανένας ως τώρα δεν αντιλήφθηκε το μυστικό της; Χρειαζόταν μονάχα μια απλή πλοκή, μια μοναδική ενασχόληση που απασχολούσε βαθύτατα όλους τους χαρακτήρες και η οποία είχε μια μεγαλειώδη, γλυκειά και μοναδική έκβαση η οποία ωστόσο δεν θα ερχόταν ποτέ. Πάντα θα πλησίαζε, έτσι ώστε να παραμένουν ζωντανές οι ελπίδες, να γίνονται πικρότερες οι απογοητεύσεις, να διαμορφώνονται ζωές και αγάπες μέσα από την βασανιστικά αργή εξέλιξη που κινείται προς το Παρόν αλλά ποτέ δεν καταλήγει κάπου.
Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι σφυγμομετρήσεις ήταν τόσο συχνές, όπως σήμερα οι έρευνες από πόρτα σε πόρτα, οι ερευνητές ρωτούσαν του τηλεθεατές, γιατί αρέσκονταν τόσο στα αλλόκοτα βάσανα μιας σαπουνόπερας, τις τους έκανε να επιμένουν να τις παρακολουθούν. Η πιο συνηθισμένη απάντηση ήταν πως τους άρεσαν οι σαπουνόπερες γιατί ήταν βγαλμένες μέσα από τη ζωή».

Το ότι δίνεται θετικό πρόσημο σε πράγματα όπως η απουσία του ουδέτερου γένους – πέρα από τον γλωσσικό γραμματικό προσδιορισμό – που συναντάται σε ορισμένες γλώσσες, ως κάτι που απεικάζει την ουσία και την ταυτότητα της ανθρωπότητας, είναι κάτι που δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω. Σε αυτόν το κόσμο, πέρα από την γραμματική και την ορθογραφία, υπάρχει μια πολυπλοκότερη γραμματική που συνιστά σε ένα μεταφορικό επίπεδο το θέμα του ανθρώπινου αυτοπροσδιορισμού και οφείλει να εμπεριέχει το ουδέτερο, το άφυλο, το ανδρόγυνο, το βιολογικό «Μονοκατάληκτο με δύο γένη» (βλέπε για παράδειγμα το Ορλάντο, της Βιρτζίνια Γουλφ ή και το κατοπινότερο Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη κα). Αλλά αυτά μπορεί να ανήκουν στη δική μου σφαίρα υπερευαισθησιών, καθώς αυτό βιβλίο δεν διστάζει να αναπαράγει στερεοτυπικές εικόνες, υπερσεξουαλικών λατίνων και δουλοπρεπών αφροαμερικάνων.

Τώρα κάτι έμμεσες διακειμενικές αναφορές σε Μπάροουζ, Λιούις Κάρολ, Σαίξπηρ κτλ είναι πολύ ψιλές και σκόρπιες και δεν βλέπω με ποιον τρόπο εμπλουτίζουν την ιστορία αυτά τα ατάκτως ερριμμένα Easter eggs.

Υπάρχουν ωστόσο δύο λόγοι που με κάνουν να μην μετανιώνω που διάβασα αυτό το βιβλίο. Δύο ιστορίες, οι οποίες είναι τόσο αριστοτεχνικά δοσμένες που με ξάφνιασαν ευχάριστα. Η μία μοιάζει βγαλμένη από ταινία του σινεμά, ήταν τόσο συγκλονιστικά συγκινητική, που... (πρέπει να είμαι πολύ σκύλα τελικά, γιατί ενώ όταν έχω να πω κάτι αρνητικό γράφω σεντόνια, όταν έχω να μιλήσω θετικά για κάτι δεν βρίσκω λέξεις).

Είναι η ιστορία ενός αγοριού, του Όμπερον, που μια μέρα επιστρέφει στο σπίτι και βλέπει τα πράγματα της κοπέλας του, της Σιλβί να λείπουν. Δεν έχουν μαλώσει, δεν έχει προηγηθεί κανένας καβγάς, καμία νύξη για το ενδεχόμενο ενός χωρισμού. Ωστόσο απομένει, έτσι, στα ξαφνικά και χωρίς να καταλαβαίνει την αιτία, ολομόναχος. Κάπως έτσι καταλήγει μια μέρα στο μπαρ που σύχναζαν παλιότερα μέσα στην φασαρία που θυμίζει τον ήχο που κάνουν οι κομπάρσοι τα τηλεοπτικά στούντιο σε αντίστοιχες στιγμές (ένα υπόκωφο βζουβζουβζού που δεν σκεπάζει τις φωνές των ηθοποιών) και εκεί βλέπει έναν καλοντυμένο ηλικιωμένο να πίνει κρασί με μια όμορφη γυναίκα. Είναι η Σιλβί. Ο ήρωας σκέφτεται πως μάλλον δεν άντεξε μαζί του την φτώχεια, τα φθηνά ρούχα που υποχρεωνόταν να αγοράζει από τα παλιατζίδικα και γι’ αυτό το έσκασε με τον πλούσιο γέρο. Και ξαφνικά την βλέπει να σηκώνεται για πάει στην τουαλέτα:

«Έκρυψε το κεφάλι του, εκεί που καθόταν, θα έπρεπε να περάσει από μπροστά του. Να το βάλει στα πόδια; Όχι. Έπρεπε να σκεφτεί έναν τρόπο για να την χαιρετήσει, σκέφτηκε, σίγουρα υπήρχε κάποιος τρόπος, αλλά είχε μόνο δευτερόλεπτα στη διάθεσή του για να το σκεφτεί: Έι, γεια, γεια χαρά, επ, για δες μια συνάντηση... Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Υπολογίζοντας την στιγμή που θα περνούσε, γύρισε, ελπίζοντας πως το πρόσωπό του θα έδειχνε ήρεμο και δεν θα μπορούσαν να ακουστούν οι χτύποι της καρδιάς του.

Μα πού πήγε; Στιγμιαία πίστεψε πως μια γυναίκα με μαύρο καπέλο, που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά του ήταν εκείνη, αλλά δεν ήταν τελικά. Μήπως τον προσπέρασε χωρίς αυτός να το αντιληφθεί; Μήπως του κρυβόταν; Θα έπρεπε να ξαναπεράσει από μπροστά του στην επιστροφή. Τώρα θα είχε το νου του. Μπορεί και να το είχε σκάσει, γεμάτη ντροπή, αφήνοντας τον γέρο φραγκάτο με τον λογαριασμό, χωρίς «επιδόρπιο». Η γυναίκα που για μια στιγμή του φάνηκε πως ήταν εκείνη, στην πραγματικότητα δεν της έμοιαζε ούτε στα χρόνια, ούτε στο μπόι, με μια υπολογισμένη κίνηση κι ένα σοβαρό "με συγχωρείτε", τον προσπέρασε μέσα στο σενιαρισμένο πλήθος και επέστρεψε δίπλα στο κάθισμα του πλούσιου γέρου.

Μα πώς μπόρεσε έστω και για μια στιγμή να πιστέψει... Η καρδιά του έγινε στάχτη, σαν σβησμένο κάρβουνο. Η χαρούμενη βαβούρα του μπαρ έσβησε μέσα στον απόηχο μιας σιωπής και ο Όμπερον αντιλήφθηκε ξαφνικά με φρίκη, σαν να ξετυλίχθηκε το κουβάρι στο μυαλό του, τί σήμαινε αυτό το όραμα, και πού τώρα θα κατέληγε ο ίδιος. Και σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του προς τον μπάρμαν, σπρώχνοντας βίαια τα χαρτονομίσματα επάνω στην μπάρα με το άλλο».

Η άλλη ιστορία, είναι μια ιστορία τρόμου. Μια παραδειγματική και καλογραμμένη ιστορία, μιας μητέρας που κρατώντας στην αγκαλιά της, μια βροχερή νύχτα, το παιδί της, επισκέπτεται το σπίτι του πατέρα του. Και δεν είναι παραδειγματική λόγω του περιεχομένου της, γιατί αυτό καθαυτό δεν έχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία κι ας είναι ανατριχιαστικό, αλλά λόγω της ξεκαρδιστικής προφορικότητας του αφηγητή, που δίνει στο απόσπασμα μια εξαιρετική ζωντάνια που μου θύμισε κάπως Μάρκ Τουέιν.

Πάντως αυτή η όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή συρραφή από ιστορίες, θα μπορούσε να ανταποκριθεί περισσότερο στα γούστα ενός διηγηματογράφου και λάτρη της μικρής φόρμας και όχι στο μέσο αναγνωστικό κοινό βιβλίων φαντασίας. Αν είχε ίσως μια πιο ξεκάθαρη συρταρωτή δομή, θα ήταν πιστεύω πιο έντιμο έργο, ξεφεύγοντας από αυτήν την επίπλαστη συνέχεια σαπουνοπερικών διαστάσεων που αφαιρεί κάτι από την αμεσότητά του και διαταράσσει την αρμονία του συνόλου.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 118
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top

- Similar topics

 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum