Οδύσσεια Ομήρου

Go down

Οδύσσεια Ομήρου

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 12 Feb 2018, 3:19 am

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
Η ψυχή μου το ξέρει, πόσο μεγάλη ανάγκη το είχα να το κάνω ξανά αυτό το μεγάλο ταξίδι μαζί με τον πολύπαθο Οδυσσέα. Και διάλεξα τη μετάφραση εκείνη, την πρώτη, απο τα σχολικά μου χρόνια, του Ζήσιμου Σίδερη, αλλά είχα από δίπλα και το αρχαίο κείμενο για να παίρνω διπλή χαρά, από τη γλώσσα μου αυτήν την πανάρχαια, τις λέξεις που ακόμα μιλούμε και που με αυτές ακόμα και σήμερα, εκφράζουμε τις χαρές, τους πόνους, τις αγωνίες και τις ελπίδες μας.

Και η αγαπημένη μου η Αθηνά... Κάθε μέρα, καθώς το λεωφορείο παίρνει τη στροφή στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Σοφίας, στην Πλατεία Συντάγματος, στρέφω το βλέμμα για μια στιγμή, να δω μέσα από τα τσιμέντα και το καυσαέριο, πάνω απ' τους βιαστικούς διαβάτες, τον Ιερό της Βράχο, κάτω από τον ίδιο ουρανό, που είτε γκρίζος είτε καταγάλανος και ηλιόλουστος, είναι ο ίδιος ουρανός κάτω από τον οποίο αιώνες τώρα στέκει ο τόπος μου και μιλιέται η γλώσσα μου. Κι όταν μου σώνεται καμιά φορά ο αέρας, από τις δυσκολίες της ζωής, έχω ανάγκη σε αυτόν το βράχο να καταφεύγω, ικέτιδα, για να ανασάνω. Και παίρνω δύναμη από τις παλιές πανανθρώπινες ιστορίες κι έτσι κατηφορίζω πάλι ξανά μέσα στην γκρίζα πόλη, γιατρεμένη.



Η Αθηνά με την μορφή του Μέντη του αρχηγού των Ταφιωτών πάει στην Ιθάκη στο παλάτι του Οδυσσέα, βρίσκει τον νεαρό του γιο, τον Τηλέμαχο και τον συμβουλεύει να μην κάθεται άλλο ανάμεσα στους μνηστήρες, αλλά να πάρει ένα καράβι και να επισκεφτεί το Νέστορα στην Πύλο και τον Μενέλαο στην Σπάρτη, για να μάθει νέα για τον χαμένο του πατέρα, που είκοσι χρόνια τώρα λείπει από την Ιθάκη, και δεν ξέρει κανένας αν ζει ή αν πέθανε. Ο νέος φεύγει κρυφά, κι όταν το πληροφορούνται οι μνηστήρες σχεδιάζουν στην επιστροφή να τον σκοτώσουν, αλλά το θράσσος τους δεν θα τους βγει σε καλό καθώς άλλες είναι οι βουλές των θεών.



Ξανά με παρακίνηση της Αθηνάς, φτάνει ο Ερμής στη νησί της Ωγυγίας, εκεί που η Καλυψώ κρατάει, από έρωτα, αιχμάλωτο τον Οδυσσέα και της δίνει εντολή να τον αφήσει να φύγει, για το νησί των Φαιάκων. Εκεί παρουσιάζεται μια από τις ωραίες περιγραφές που δεν χόρταινα να διαβάζω παλιά, όταν ήμουν ακόμη μαθήτρια στο Γυμνάσιο:
"όσο που βρήκε μια σπηλιά μεγάλη, όπου η νεράιδα
καθόντανε η λαμπρόμαλλη και μέσα εκεί την ήβρε.
Φωτιά μεγάλη είχε στη στια και μια ευωδιά απ' αλάργα
μοσκοβολούσε στο νησί, κέδρου κι αφράτης θούγιας
που καίγουνταν. Κι η Καλυψώ, μ' ολόχρυση σαΐτα
στον αργαλειό της ύφαινε και γλυκοτραγουδούσε.
Φούντωνε γύρω στη σπηλιά δροσολουσμένο δάσος
με κυπαρίσσια ευωδιαστά, με πεύκες και με σκλήθρα,
όπου πλατύφτερα πουλιά φωλιάζανε εκεί πάντα,
γεράκια κι ανοιχτόφωνες κουρούνες, βαρδολούπες
θαλασσοπούλια που αγαπούν τα πέλαγα να σκίζουν.
Κι ολόγυρα στην κουφωτή σπηλιά ήταν απλωμένη,
κληματαριά πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις βρύσες στη στεριά γλυκό νερό αναβρύζαν,
κοντά-κοντά, κι άλλη απ' αλλού κυλούσε τα νερά της.
Κι ανθούσαν γύρω στη σειρά λιβάδια με γιοφύλια
και σέλινα, που αν τα 'βλεπε κι αθάνατος ακόμα,
θα σάστιζε και μέσα του θα ξάνοιγε η καρδιά του".



Έτσι φεύγει, γεμάτος χαρά ο Οδυσσέας, μέσα σε μια σχεδία, αλλά έμελλε να φτάσει στο νησί των Φαιάκων ναυαγός, καθώς ο Ποσειδώνας σήκωσε θαλασσοταραχή για να τον πνίξει, αλλά η Ινώ του έδωσε το αθάνατο μαντήλι της και τον έσωσε. Κι όταν η κόρη του βασιλιά Αλκίνοου και της σεβάσμια Αρήτης, η Ναυσικά, τον βρίσκει ναυαγό, δεν αργεί ο ήρωας να φτάσει στο παλάτι και να βρει βοήθεια. Εκεί διηγείται όλες τις περασμένες του περιπέτειες (η αφηγηματική τεχνική του in medias res).
Και αν πέρασε περιπέτειες ο θαλασσοδαρμένος ήρωας... Από τους Κίκονες, στη χώρα των Κυκλώπων όπου με τέχνασμα (Ούτις εμοί γ' όνομα) ο ήρωας και οι σύντροφοί του σώζονται από τον ανθρωποφάγο γίγαντα, αφού πρώτα τον μεθύσουν και τον τυφλώσουν:

«Τι σου 'τυχε, Πολύφημε, και μεγαλοφωνάζεις
μες στην αθάνατη νυχτιά και μας χαλάς τον ύπνο;
Μην άθελά σου σ' άρπαξε κανένας το κοπάδι;
Μήνα σου παίρνει τη ζωή μ' απάτη και μ' αντρεία;».
Κι ο φοβερός Πολύφημος απ' τη σπηλιά απαντούσε·
«Αδέρφια, μ' έφαγε ο Κανείς μ' απάτη, όχι μ' αντρεία».
Κι εκείνοι τ' απαντούσανε με πεταχτά τους λόγια
«Αφού κανείς δε σ' έβλαψε και μέσα είσαι μονάχος,
απ' την αρρώστια ποιος μπορεί του Δία να σε σώσει;
Δεήσου στον πατέρα σου το σείστη Ποσειδώνα».  



Κι από εκεί στην Αιολία, όπου ο Αίολος έκλεισε σε έναν ασκό όλους τους ανέμους κι άφησε μόνο την πνοή του Ζέφυρου να τους γυρίσει στην πατρίδα, και πράγματι μετά από δέκα μέρες θαλασσινής πορείας έφτασαν τα καράβια να βλέπουν από μακριά τη στεριά της Ιθάκης. Αλλά οι ανόητοι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό και επέστρεψαν στο νησί του Αιόλου. Κι από εκεί αποδιωγμένοι έφτασαν στην Τηλέπυλο, τη γη των Λαιστρυγόνων, από όπου μόνο το καράβι του Οδυσσέα γλίτωσε. Κι από εκεί στο νησί της Αίας όπου η Κίρκη μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε γουρούνια.

Κι από εκεί διασχίζοντας τον Ωκεανό, φτάνει ο ήρωας να κάνει ζωντανός (δίταφος - δισθανής)  ο ίδιος, κατάβαση στους νεκρούς του Άδη, για να πάρει χρησμό από τον Τειρεσία για το πώς θα επιστρέψει στην πατρίδα. Και τον συμβούλεψε ο σοφός μαντης να μη φάνε σαν βρεθούν τα βόδια του Ήλιου σαν βρεθούν στο νησί της Θρινακίας. Κι έπειτα πέρασε από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη κι έφτασε στο νησί του Ήλιου, όπου οι σύντροφοί του σπρωγμένοι από την πείνα παραβίασαν τον χρησμό και έτσι όλοι χάθηκαν εκτός από τον ίδιο τον Οδυσσέα που κατέληξε ναυαγός και αιχμάλωτος, εραστής της Καλυψώς που ήθελε να τον κάνει αθάνατο.  

Κι από εκεί στο νησί των Φαιάκων επιστρέφει ο ήρωας στην Ιθάκη γεμάτος δώρα, αλλά οι περιπέτειές του δεν τελειώνουν εκεί. Αρχικά δεν αναγνωρίζει τον ίδιο του τον τόπο καθώς έχουν περάσει τόσα χρόνια. Με την παρέμβαση της Αθηνάς που τον μεταμορφώνει σε γέρος επαίτη, φτάνει, αγνώριστος στην καλύβα του Εύμαιου του χοιροβοσκού. Ο Εύμαιος, ο πιστός, ο αφοσιωμένος, ο σοφός και φιλόξενος, δεν είναι ένας απλός δούλος του Οδυσσέα. Σαν ήταν μικρό παιδάκι, γιος βασιλιά, τον απήγαγαν κι έτσι βρέθηκε να υπηρετεί την οικογένεια του Λαέρτη στην Ιθάκη. Γι' αυτόν ο Όμηρος επιφυλάσσει μια ιδιαίτερη τιμή, κάθε φορά που μιλάει στο έργο, ο ποιητής απευθύνεται σε αυτόν στο β ενικό (τον δ’ απαμειβόμενος προσέφης, Εύμαιε συβώτα):

Τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, τ' απάντησες κι έτσι είπες·
«Δεν το 'χω, γέρο, σε καλό τον ξένο ν' αψηφήσω,
χειρότερός σου κι αν ερθεί. Γιατί σταλτοί απ' το Δία
είναι όλοι οι ξένοι και οι φτωχοί. Το δόσιμό μας λίγο
μα πρόσχαρο.

Έτσι μεταμορφωμένος, καθώς επιστρέφει και ο Τηλέμαχος από το ταξίδι του, φτάνει στο παλάτι του, ζητιάνος, υπόκειται σε ταπεινώσεις και εξευτελισμούς από τους μνηστήρες, ώσπου, ξανά με την ενθάρρυνση της Αθηνάς, πετάει τα κουρέλια του και αρχίζει μια μάχη που θα ήταν άνιση χωρίς την παρέμβαση της θεάς, καθώς πολεμάνε τέσσερις από τη μια (Οδυσσέας, Τηλέμαχος, Εύμαιος και ο βοσκός  Φιλοίτιος) και πάνω από εκατό από την άλλη πλευρά:

Δεν είναι μια, δεν είναι δυο δεκάδες οι Μνηστήρες
μόν' είναι ακόμα πιο πολλοί, κι άκου να τους μετρήσω.
Απ' το Δουλίχι διαλεχτοί πενήντα δυο λεβέντες,
μ' έξι μαζί τους παραγιούς. Κι όσοι ήρθαν απ' τη Σάμη,
είναι όλοι είκοσι τέσσερεις. Κι είκοσι βάλε ακόμα,
όσοι ήρθαν απ' τη Ζάκυνθο, και δώδεκα απ' το Θιάκι,
ατρόμητοι όλοι στην καρδιά. Κι ο Μέδοντας ο κράχτης,
κι ο θεϊκός τραγουδιστής, πόχουν κι αυτοί μαζί τους,
δυο παραγιούς, στο μοίρασμα των φαγητών τεχνίτες.

Μετά τη δολοφονία των μνηστήρων, κι αφού τακτοποιήσει τα του οίκου του ο Οδυσσέας ξανασμίγει με την Πηνελόπη (το θηλυκό πολυμήχανο έτερον ήμισυ του ήρωα, μια γενναία, πανέξυπνη, ευγενική και πιστή σύζυγος και μητέρα) και την επομένη πηγαίνει να συναντήσει τον γέρο πατέρα του, τον Λαέρτη. Και αφού, ξανά με την παρέμβαση της Αθηνάς, αποτρέπεται, την τελευταία στιγμή, η εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στους συγγενείς των μνηστήρων με τον οίκο του Οδυσσέα, η ιστορία τελειώνει, όχι όμως το ταξίδι. Και η ζωή συνεχίζεται...




Τα ηρωικα τραγουδια της μυκηναϊκής εποχής, που διηγούνταν τις περιπέτειες των Αχαιών, ανάμεσα σε αυτά κι η διήγηση της πολιορκίας της Τροίας, και η περιπλάνηση του Οδυσσέα, διαμορφώθηκαν μέσα από επαγγελματίες τραγουδιστές με τη συνοδεία ενός έγχορδου οργάνου (αοιδοί) και τους κατοπινότερους ραψωδούς (που έκαναν απαγγελία των ποιημάτων  κρατώντας στο δεξί τους χέρι ένα ραβδί) και κάπως έτσι γίνεται το πέρασμα από την αρχαιότερη προφορική παράδοση στα καταγεγραμμένα έπη (ακολουθώντας τον ρυθμό του δακτυλικού εξαμέτρου), όπως αυτά σώζονται ως σήμερα. Στην Οδύσσεια παρουσιάζονται δύο αοιδοί ο Δημόδοκος στους Φαίακες και Φήμιος στους Ίθακες.

Από εδώ κατέβασα την μετάφραση του Σίδερη, από το σχολικό βιβλίο όπως την διδάχτηκα για πρώτη φορά, στο σχολείο ολάκερη:
http://e-library.iep.edu.gr/iep/collection/browse/item.html?code=01-17514&tab=02

Από εδώ διάβασα διάφορες σχετικές με τα έπη μελέτες τις οποίες βρήκα ιδιαίτερα χρήσιμες

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/epos/page_012.html
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 151
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Back to top


 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum