Μένης Κουμανταρέας, Η φανέλα με το εννιά

View previous topic View next topic Go down

Μένης Κουμανταρέας, Η φανέλα με το εννιά

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 11:49 am

Η φανέλα με το εννιά

Μένης Κουμανταρέας

Κέδρος, 2000
315 σελ.
ISBN 960-04-0171-3, ISBN-13 978-960-04-0171-4




Το μυθιστόρημα σαν υπόθεση και σαν εκτέλεση είναι υπέροχο. Από τα πιο σημαντικά δείγματα νεοελληνικής λογοτεχνίας που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Αλλά αυτός ο κεντρικός ήρωας. Έλεος πια. Ήμαρτον. Όσο σκέφτομαι πως το να είσαι γκέι ή μπαϊσέξουαλ ή τρανς κτλ. στην Ελλάδα του ’80 θεωρούνταν ανωμαλία, λυπάμαι για τα όσα πέρασαν αυτοί οι άνθρωποι και ντρέπομαι που ακόμα υπάρχει κόσμος που φέρεται ρατσιστικά απέναντι σε κατηγορίες απόλυτα φυσιολογικών ανθρώπων. Γιατί όταν η κοινωνία επιβάλλει μια νόρμα, γίνεται σαν το κρεβάτι του Προκρούστη που κόβει ή εξαρθρώνει ψυχές για να τις χωρέσει. Πόσος πόνος και πόση αδικία! Ευτυχώς οι εποχές αλλάζουν, αλλά όταν γυρνάς πίσω, το παρελθόν μοιάζει με εφιάλτη.

Εμένα λοιπόν η άποψή μου είναι πως αυτή είναι η ουσία του μυθιστορήματος. Ένας σεξουαλικά καταπιεσμένος άνδρας, ένα λαϊκό αγόρι που δεν τον χωράει ο τόπος, δεν στεριώνει πουθενά, γιατί είναι αδιανόητο να αποδεχτεί τον εαυτό του. Άρα πώς να τον αποδεχτούν και οι άλλοι γύρω του; Είναι μεγάλο δράμα το να μη μπορείς να ζήσεις όπως θες, και να μη θες κι ίδιος να ομολογήσεις στον εαυτό σου την αληθινή σου φύση. Μέσα στο βιβλίο δύο λέξεις πάνε κι έρχονται ασταμάτητα «πούστης» και «αδερφή». Λέξεις που εκφράζουν όχι απλώς περιφρόνηση αλλά το ίδιο το περιθώριο που η κοινωνία καταδίκασε να σέρνονται άνθρωποι, μόνο και μόνο γιατί γεννήθηκαν – όχι διαφορετικοί – αλλά έξω από τις επιβεβλημένες – από ποιον άραγε; - νοοτροπίες και κοινωνικές συμβάσεις. Αλλά το δράμα δεν σταματάει εκεί. Οι ίδιοι οι γκέι αισθάνονταν περιφρόνηση για τους εαυτούς του, αισθάνονταν ανώμαλοι, άρρωστοι, ελλιπείς.

Ο Μπιλ δεν έχει την ωριμότητα και την παιδεία να παραδεχτεί τί του φταίει. Βασανίζει τον εαυτό του και τους γύρω του, σπαταλάει τη ζωή του με εκρήξεις θυμού και αλλοπρόσαλλες επιλογές και κινήσεις, είναι καταδικασμένος σε ένα διαρκές φευγιό, αλλά πώς να ξεφύγει κανένας από τον εαυτό του; Έτσι καταλήγει συχνά σε έναν ιδιότυπο μισογυνισμό, όπου οι γυναίκες στη ζωή του είναι αντικείμενο πόθου και φθόνου ταυτόχρονα. Και η μόνη γυναίκα, η οποία ευθύνεται για την ψυχολογική κατρακύλα του, η μάνα του, παρουσιάζεται αχνά, σαν σκιά που τον πλακώνει, είναι αυτή που τον απέρριψε οριστικά, στερώντας του δυνατότητα να αποδεχτεί και να ανακαλύψει τον εαυτό του. Η μόνη σχέση άνδρα – γυναίκας που φαίνεται να λειτουργεί κάπως μέσα στο έργο, είναι της Εύας με τον Καπάτο, όπου συμβιώνουν κάπως σαν σύντροφοι και κάπως σαν φίλοι, έχουν μεταξύ τους ειλικρίνεια και έτσι ο Καπάτσος μπορεί να εκτονώνει τη σεξουαλικότητά του, έχοντας συνάμα μια κοινωνικά αποδεκτή κάλυψη. Ημίμετρα βέβαια.

Γιατί πόσες και πόσες ζωές δεν έχουν πάει χαμένες, τότε, σε εκείνες τις περασμένες εποχές, όταν υπήρχαν άνθρωποι υποχρεωμένοι να κουβαλούν εντός τους ένα στίγμα, και γιατί; Για ποιο λόγο; Γιατί δεν μπορούσαν – οι υπόλοιποι, οι ταχαμδήθεν «νορμάλ» - να καταλάβουν από αμάθεια και βλακεία, και στραβή νοοτροπία, πως τα παιδιά τους ΔΕΝ ήταν ανώμαλα. Ήταν απολύτως φυσιολογικά, άξια να αγαπηθούν και να γίνουν αποδεκτά και να πορευτούν στη ζωή τους, ως αληθινοί άνθρωποι και όχι ως ανδρείκελα και καρικατούρες του πραγματικού τους εαυτού.

Πέρα από αυτό, ο Κουμανταρέας έχει φοβερό ταλέντο στο να περιγράφει με εικόνες ολοζώντανες το ελληνικό αστικό τοπίο, την Θεσσαλονίκη, τον Βόλο, αλλά κυρίως την Αθήνα. Την εξερευνεί και την αναδεικνύει με κάθε αφορμή, σε κάθε γύρισμα της σελίδας. Ομόνοια, Πανεπιστημίου, Αλεξάνδρας, Πειραιάς, ο ηλεκτρικός, το τραμ, το Πεδίον του Άρεως, οι γιαμάχες, τα φαστφουντάδικα, τα πολιτικοποιημένα Εξάρχεια με το Βοξ, το Σύνταγμα τα Χριστούγεννα με το δέντρο, τα εμπορικά στην Αθηνάς, όλος αυτός ο αγαπημένος μου κόσμος, όλος αυτός ο τόπος με την μαυρίλα του και την κρυφή του γοητεία. Ο Κουμανταρέας είναι από τους πιο προικισμένους Αθηναιογράφους και μας έχει αφήσει σαν πνευματική παρακαταθήκη την αληθινή εικόνα της πόλης, χωρίς το λούστρο της αστικής υποκρισίας:

«Κατηφόρισε Αλεξάνδρας, μπήκε σε μια αλέα του Πάρκου κλοτσώντας όπως άλλοτε πέτρες και σπιρτοκούτια. Το δειλινό έπεφτε φθινοπωρινό, με σκιές που μάκραιναν απότομα και τα φανάρια άναψαν όλα μαζί σαν κουρντισμένα, φέρνοντας ένα ξάφνιασμα στα ζευγάρια. Έφτασε στην πλατεία του Άλσους, το αναψυκτήριο κλειστό, κάτι πιτσιρικάδες ντυμένοι με ριγέ φανέλες είχαν παρατήσει την μπάλα και ξάπλωναν ξέπνοοι στα παρτέρια. Θυμήθηκε τον εαυτό του μες στα ίδια παρτέρια. Του φάνηκε πως εκείνες οι φάσεις ήταν οι ωραιότερες και ότι δεν επρόκειτο να γυρίσουν ξανά. Ακολούθηκε ένα μονοπάτι που έβγαζε στη Σχολή Ευελπίδων κι από εκεί διασχίζοντας τη λεωφόρο βρέθηκε στην πλατεία Δεληγιάννη. Ένα ουζερί, μια αντιπροσωπία αυτοκινήτων, μια «ΕΒΓΑ» και οι πολυκατοικίες παραταγμένες με τις τέντες τους. Λίγο πιο κάτω το συνεργείο αυτοκινήτων που είχε πρωτοδουλέψει. Λάδια, μουτζούρα κι άγιος ο θεός. Αυτή ήταν η γειτονιά του

Τα υπόλοιπα τα ποδοσφαιρικά, με τους αγώνες, τις προπονήσεις, τα γήπεδα, τους παράγοντες με τις πουράκλες, τα συμβόλαιο και τις ρεμούλες, έχουν κυρίως ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με αυτά, εγώ, παλιά, άκουγα το μουσικό σήμα από την έναρξη της Αθλητικής Κυριακής και πέταγα καντήλες. Όπως και να έχει δεν είναι κουραστικά, είναι ωραία και οργανικά δεμένα με το υπόλοιπο σύνολο.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 117
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top


 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum