Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

View previous topic View next topic Go down

Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:17 am

Όλα συνέβησαν στη μέση της χειμερινής κοσμικής σεζόν, στο Λονδίνο. Τότε, έκανε την εμφάνισή του, στις διάφορες συγκεντρώσεις της υψηλής κοινωνίας, ένας ευγενής, ο οποίος ξεχώριζε περισσότερο λόγω των ιδιορρυθμιών του παρά εξαιτίας του τίτλου του. Παρατηρούσε με προσοχή την εύθυμη ατμόσφαιρα που τον περιτριγύριζε κι έμοιαζε σα να μη μπορούσε ο ίδιος να διασκεδάσει μαζί με τους άλλους. Προφανώς, τα σιγανά γελάκια των παρευρισκομένων, του αποσπούσαν την προσοχή και μπορούσε με ένα και μόνο βλέμμα του, να τα καταπνίξει, σκορπίζοντας τον φόβο στις καρδιές των πιο απερίσκεπτων. Εκείνοι που βίωναν αυτό το αίσθημα δέους , αδυνατούσαν να εξηγήσουν την αιτία που το προκαλούσε. Κάποιοι το απέδιδαν στα νεκρά, γκρίζα μάτια του, που, όταν καρφώνονταν επάνω στο αντικείμενο της παρατήρησής τους, έμοιαζαν αδιαπέραστα, ενώ με ένα του βλέμμα μπορούσε να φτάσει ως τα μύχια της ψυχής του καθενός. Έμοιαζε καλυμμένος πίσω από το γκρίζο, περίβλημα του προσώπου του, πρου τον καθιστούσε απροσπέλαστο. Ωστόσο, αυτές οι παραξενιές ήταν που του εξασφάλιζαν τις προσκλήσεις σε όλα τα σπίτια. Όλοι επιθυμούσαν να τον δουν κι όσοι ήταν μαθημένοι σε διάφορες βίαιες συγκινήσεις, και τώρα λύγιζαν κάτω από το βάρος της πλήξης, απολάμβαναν να βλέπουν κάτι που τους κέντριζε το ενδιαφέρον. Παραβλέποντας τη νεκρική απόχρωση του προσώπου του, που ποτέ δεν έπαιρνε έναν ζωηρότερο τόνο, ποτέ δεν κοκκίνιζε ούτε από συστολή ούτε από την ένταση κάποιου δυνατού συναισθήματος, παρόλο που σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να θεωρηθεί όμορφος, πολλές από τις πιο τολμηρές κυρίες, προσπάθησαν να κερδίσουν την προσοχή του και πραγματικά, ως ένα βαθμό εισέπραξαν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τρυφερότητα. Η λαίδη Μέρσερ, την οποία ειρωνεύονταν όλοι οι κακοπροαίρετοι του καλού κόσμου, από τότε που παντρεύτηκε, του ριχνόταν απροκάλυπτα κι έκανε το παν προκειμένου να της δώσει λίγη σημασία. Βέβαια οι προσπάθειές της δεν είχαν και κανένα σπουδαίο αποτέλεσμα, γιατί, όταν εκείνη στεκόταν εμπρός του, παρόλο που εκείνος την κάρφωνε ολοφάνερα με τα μάτια του, έμοιαζε ταυτόχρονα να την αγνοεί. Όλες οι αδιάντροπες προκλήσεις της έπεσαν στο κενό κι έτσι αναγκάστηκε να τα παρατήσει. Αλλά παρόλο που αγνοούσε επιδεικτικά τις κοινές μοιχαλίδες, δεν αδιαφορούσε ολότελα για τις γυναικείες παρουσίες που τον περιτριγύριζαν. Απλά μιλούσε με τέτοια διακριτικότητα στις ενάρετες συζύγους και τις αγνές κόρες που λίγοι τον έπαιρναν είδηση. Μάλιστα είχε τη φήμη του δεινού ομιλητή. Ίσως αυτή να ήταν και η αιτία που οι κυρίες παρέβλεπαν την αποστροφή τους για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, ή πιθανώς να εκτιμούσαν την προφανή αγάπη του για την αρετή. Πάντως, τελικά, εκείνος κατάφερνε να βρίσκεται συχνά ανάμεσα στις γυναίκες, τόσο σε εκείνες που αποτελούσαν καύχημα αρετής, όσο και σε εκείνες που ήταν βουτηγμένες στον βούρκο της ακολασίας.

Την ίδια περίπου εποχή, ήρθε στο Λονδίνο ένας νεαρός ευγενής ονόματι Ώμπρεϋ. Ήταν ορφανός, είχε μονάχα μια αδερφή και είχε κληρονομήσει πολλά χρήματα από τους γονείς του, οι οποίοι είχαν πεθάνει, όταν εκείνος ήταν ακόμα παιδί. Οι κηδεμόνες του, τον είχαν παρατήσει στην τύχη του, φροντίζοντας μονάχα για την περιουσία του αφήνοντας την πνευματική του κατάρτιση στα χέρια αδαών παιδαγωγών, με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει ο νέος περισσότερο την φαντασία του παρά την κριτική του ικανότητα. Έτσι κατέληξε να έχει σε μεγάλο βαθμό όλα εκείνα τα ρομαντικά αισθήματα περί τιμής και ειλικρίνειας, τα οποία καθημερινά καταστρέφουν τους νεόκοπους ανθρώπους του χρήματος. Πίστευε πως όλοι προτιμούν την αρετή και νόμιζε πως η φαυλότητα είδε δοθεί από την θεία πρόνοια απλώς για να εμπλουτίσει την εικόνα του κόσμου, όπως ακριβώς βλέπουμε να συμβαίνει και στα ρομάντζα. Θεωρούσε πως η δυστυχία όσων ζούσαν σε φτωχοκάλυβα φαινόταν στις ταπεινές τους φορεσιές, οι οποίες μπορεί μεν να ήταν αρκούντως ζεστές, αλλά την ομορφιά τους μπορούσε να συλλάβει καλύτερα το μάτι του ζωγράφου, που ήξερε πώς να απεικονίσει τις ακανόνιστες πτυχώσεις και τα πολύχρωμα μπαλώματά τους. Έτσι ο νέος κατέληξε να πιστεύει πως τα οράματα των ποιητών αποτελούσαν την πραγματικότητα της ζωής. Ήταν ωραίος, ειλικρινής και πλούσιος. Αυτοί ήταν και οι λόγοι που, μόλις έκανε την εμφάνισή του στους κοσμικούς κύκλους, τον πολιόρκησαν πολλές μητέρες οι οποίες πάσχιζαν να παραφουσκώσουν τα προτερήματα των συνεσταλμένων ή υπερβολικά εύθυμων κοριτσιών τους. Από την άλλη πλευρά, οι κόρες, που έλαμπαν ολάκερες κάθε φορά που εκείνος πλησίαζε και του έριχναν αστραποβόλα βλέμματα μόλις άνοιγε τα χείλη του, σύντομα τον οδήγησαν σε μια εσφαλμένη εικόνα, σχετικά με τα ταλέντα και τα προτερήματά του. Κι έτσι, καθώς ήταν προσκολλημένος στον ρομαντισμό της μοναχικής του ύπαρξης, ανακάλυψε με έκπληξη πως, πέρα από τις φλόγες των κεριών που τρεμόπαιζαν, όχι εξαιτίας κάποιου φαντάσματος, αλλά από τις ανασαιμιές των ανθρώπων, δεν υπήρχε θέση στην πραγματική ζωή για όλες εκείνες τις αισθαντικές εικόνες και περιγραφές, οι οποίες περιέχονταν στα βιβλία που είχε διαβάσει παλιότερα. Βρίσκοντας, ωστόσο, κάποια παρηγοριά μέσα σε όλα όσα τόνωναν τη ματαιοδοξία του, ήταν έτοιμος να αποποιηθεί τα όνειρά του, όταν, το έφερε η μοίρα, να συναπαντήσει τον παράξενο άνδρα που περιγράψαμε προηγουμένως.

Τον παρατηρούσε. Και καθώς ο άλλος απέφευγε να έχει μαζί του την παραμικρή επαφή, δεν μπορούσε να σχηματίσει την ελάχιστη ιδέα για τον χαρακτήρα αυτού του άνδρα που φαινόταν εντελώς απορροφημένος από τον εαυτό του, που δεν έδινε και πολύ μεγάλη σημασία στα διάφορα εξωτερικά ερεθίσματα, παρόλο που τα αντιλαμβανόταν. Έτσι άφησε τη φαντασία του να πλάθει όλα όσα τροφοδοτούσαν την ροπή του προς τις παρατραβηγμένες ιδέες και σύντομα άρχισε να τον βλέπει σαν ήρωα ρομάντζου, δηλαδή όπως ήθελε να είναι και όχι όπως ήταν στην πραγματικότητα. Φρόντισε λοιπόν να τον γνωρίσει, του έκανε μεγάλες ρεβεράντζες και κατάφερε σταδιακά, να κάνει αισθητή την παρουσία του. Στην πορεία έμαθε πως ο Λόρδος Ρούθβεν είχε κάποιες υποθέσεις να διευθετήσει και στη συνέχεια πληροφορήθηκε πως ετοίμαζε τα χαρτιά του προκειμένου να ταξιδέψει. Φλεγόμενος από επιθυμία να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία σχετικά με αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα, ο οποίος ως τώρα του είχε εξάψει την περιέργεια, εξήγησε στους κηδεμόνες του πως ήταν πλέον καιρός να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι, σαν κι εκείνα που εδώ και κάμποσες γενιές συνηθίζουν να κάνουν οι νέοι, προκειμένου να δουν και την άσχημη πλευρά της ζωής, ώστε να αποκτήσουν κι εκείνοι με τη σειρά τους κάποιες εμπειρίες σε σχέση με τους μεγαλύτερούς τους και να μη πέφτουν από τα σύννεφα κάθε φορά που μαθαίνουν την επιτέλεση κάποιας σκανδαλώδους πράξης, από εκείνες που προκαλούν τη θυμηδία ή και τον εγκωμιασμό, ανάλογα με τον βαθμό της αριστοτεχνικής τους εκτέλεσης. Οι κηδεμόνες του έδωσαν την έγκρισή τους. Ο Ώμπρεϋ έσπευσε να ανακοινώσει τις προσθέσεις του στον Λόρδο Ρούθβεν και προς μεγάλη του έκπληξη εκείνος του πρότεινε να συνταξιδέψουν. Ο νεαρός εξέλαβε την πρόσκληση ως δείγμα εκτίμησης και αισθάνθηκε ολωσδιόλου ξεχωριστός, οπότε δέχτηκε με χαρά και μετά από λίγες ημέρες διέσχιζαν τα εγχώρια ύδατα.

Ως εκείνη τη στιγμή ο Ώμπρεϋ δεν είχε την ευκαιρία να μελετήσει τον χαρακτήρα του Λόρδου Ρούθβεν και τώρα διαπίστωνε πως παρόλο που είχε πλέον τη δυνατότητα να παρακολουθεί τη δράση του Λόρδου, τα πεπραγμένα του, ωστόσο, επιδέχονταν ποικίλες ερμηνείες πέρα από τα όποια προφανή κίνητρά του. Ο σύντροφός του σκορπούσε χρήματα αφειδώς. Οι αργόσχολοι, οι αλήτες και οι ζητιάνοι λάμβαναν από το χέρι περισσότερα χρήματα από όσα χρειάζονταν, για να ανακουφίσουν τις άμεσες ανάγκες τους. Όμως ο Ώμπρεϋ διαπίστωσε πως ο Λόρδος δε μοίραζε με την ίδια ευκολία τις ελεημοσύνες του σε εκείνους τους έντιμους ανθρώπους που από κάποια αναποδιά της τύχης είχαν καταλήξει πένητες. Αυτούς, τους έντιμους ανθρώπους, όταν χτυπούσαν την πόρτα του, τους έδιωχνε σχεδόν κακήν κακώς. Μα, κάθε φορά που κάποιος ανήθικος ερχόταν για να του ζητήσει κάτι, όχι για να ανακουφίσει τις ανάγκες του, αλλά για να μπορέσει να κυλιστεί μες στις ασέλγειες ή να βουλιάξει ακόμα βαθύτερα στις ανομίες του, αυτός, έφευγε πάντα γεμάτος με πλούσιες φιλανθρωπίες. Αυτό βέβαια ο Ώμπρεϋ, το απέδιδε στη μεγαλύτερη επιδεξιότητα των κακών, οι οποίοι ήταν περισσότερο επίμονοι από τους υπόλοιπους, τους διστακτικούς και σεμνούς απόρους. Μάλιστα υπήρχε και κάτι άλλο σχετικό με τις φιλανθρωπίες του Λόρδου, που του έκανε ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση: όλοι εκείνοι που δέχτηκαν τα χρήματά του, μοιραία διαπίστωσαν πως αυτά τα λεφτά ήταν καταραμένα και είτε κατέληξαν στο ικρίωμα είτε βυθίστηκαν στην πιο απόλυτη αθλιότητα. Στις Βρυξέλλες και στις άλλες πόλεις από όπου πέρασαν, ο Ώμπρεϋ, έμεινε έκπληκτος με τον φανερό ζήλο που έδειχνε ο συνταξιδιώτης του για όλα τα καταγώγια του συρμού. Μάλιστα αφέθηκε να παρασυρθεί από το πνεύμα της χαρτοπαιξίας. Στοιχημάτιζε και πόνταρε με μεγάλη επιτυχία εκτός από τις περιπτώσεις που ο αντίπαλός ήταν κάποιος σεσημασμένος χαρτοκλέφτης. Τότε φρόντιζε να χάνει περισσότερα από όσα είχε προηγουμένως κερδίσει. Και πάντα διατηρούσε το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο, με το οποίο κοίταζε τον κόσμου που τον περιέβαλε.

Ωστόσο δε συμπεριφερόταν το ίδιο, όταν τύχαινε να συναντήσει κάποιο άγουρο κι αθώο παιδαρέλι ή κάποιον ατυχή πατέρα πολυπληθούς οικογένειας. Τότε πάντα τους νικούσε, έμοιαζε απόλυτα συγκεντρωμένος στο παιχνίδι και τα μάτια του πετούσαν σπίθες, σαν γάτα που παίζει με ένα μισοπεθαμένο ποντίκι. Σε κάθε πόλη φρόντιζε να αφήνει τους εύπορους νέους, που είχαν δεχτεί τη φιλία του, εντελώς κατεστραμμένους, χωρισμένους από όσους αγαπούσαν, μέσα σε ένα υγρό κελί, να αναθεματίζουν την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισαν. Επίσης πολλοί πατεράδες που τον συναπάντησαν κατέληξαν να κοιτάζουν με απόγνωση τα βουβά πεινασμένα παιδιά τους, βλέποντας όλη την περιουσία τους εξανεμισμένη, σε σημείο που να μην έχουν λεφτά, ούτε για να καλύψουν τις βασικότερες ανάγκες του σπιτιού τους. Ποτέ δε σηκωνόταν από τραπέζι της χαρτοπαιξίας με χρήματα στις τσέπες του. Όσα είχε προηγουμένως κερδίσει από τα αθώα θύματά του, φρόντιζε να τα χάνει αμέσως, ως την τελευταία δεκάρα. Ίσως βέβαια, αυτό να οφειλόταν στο ότι, καίτοι ήταν γνώστης του παιχνιδιού, υπήρχαν ωστόσο κάποια άλλοι περισσότεροι ικανοί και έμπειροι. Ο Ώμπρεϋ θέλησε πολλές φορές να το συζητήσει αυτό με τον φίλο του και να τον ικετεύσει να σταματήσει τις φιλανθρωπίες και τις διασκεδάσεις εκείνες που σκορπούσαν γύρω του τον ολοθρεμό και του απέφεραν ελάχιστο κέρδος. Αλλά το ανέβαλε διαρκώς, γιατί κάθε μέρα που περνούσε, έλπιζε πως ο φίλος του θα του έδινε κάποια αφορμή, ώστε να του μιλήσει με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Δυστυχώς αυτό δε συνέβη ποτέ. Ο Λόρδος Ρούθβεν μέσα στην άμαξά του, προσπερνούσε τα άγρια και πλούσια τοπία που συναντούσαν στην πορεία τους πάντα με τον ίδιο τρόπο: Τα μάτια του μιλούσαν λιγότερο από τα χείλη του. Έτσι, παρόλο που ο Ώμπρεϋ βρισκόταν κοντά στο αντικείμενο της περιέργειάς του, παρέμενε ανικανοποίητος και η μόνη ευχαρίστηση που εισέπραττε είχε να κάνει με τη μάταιη επιθυμία του να ρίξει φως σε αυτό το μυστήριο, το οποίο είχε εξάψει τη φαντασία του και τον έκανε να πιστεύει πως πίσω από όλα αυτά κρυβόταν κάτι το υπερφυσικό.

Μετά από λίγο καιρό έφτασαν στη Ρώμη, και για ένα διάστημα, ο Ώμπρεϋ, έχασε τα ίχνη του συνταξιδιώτη του. Ο Λόρδος τον άφησε στις φροντίδες μιας Ιταλίδας κοντέσας κι ο ίδιος πήγε να εξερευνήσει τα μνημεία μιας σχεδόν ερειπωμένης πόλης. Κι ενώ ο Ώμπρεϋ περνούσε έτσι τον καιρό του, έφτασε η αλληλογραφία του από την Αγγλία, την οποία άνοιξε με μεγάλη ανυπομονησία. Το πρώτο γράμμα ήταν από την αδερφή του, η οποία του έστελνε απλώς την αγάπη της. Τα υπόλοιπα όμως, ήταν από τους κηδεμόνες του και τα όσα του έγραφαν τον άφησαν κατάπληκτο. Ως τώρα μονάχα με τη φαντασία του υποψιαζόταν πως ο σύντροφός του διακατεχόταν από κάποια διαβολική δύναμη, πλέον όμως, αυτές οι επιστολές μετέτρεψαν την υποψία σε βεβαιότητα. Οι κηδεμόνες του επέμεναν να εγκαταλείψει αμέσως τον φίλο του και τόνιζαν πως ο χαρακτήρας του ήταν φριχτά ακόλαστος και γι’ αυτό, η ικανότητά του να αποπλανεί, έκανε τις έκφυλες έξεις του, ακόμα πιο επικίνδυνες για την κοινωνία. Είχε αποκαλυφθεί πως η αδιαφορία του για εκείνη την μοιχαλίδα κοσμική κυρία δεν προερχόταν από την περιφρόνησή του για τον χαρακτήρα της. Πως προκειμένου να ενισχύσει τις ακόρεστες ορέξεις του, απαιτούσε από τα θύματά του, τις συνένοχους του στην ακολασία, να εκπέσουν από τα ύψη της αρετής τους και να συρθούν στον βόρβορο της πιο επαίσχυντης ατιμίας και υποβάθμισης. Έτσι όλες εκείνες οι γυναίκες που συναναστρεφόταν, υποτίθεται για την αρετή τους, είχαν, μετά την αναχώρησή του, ρίξει τις μάσκες και δεν ντρέπονταν πλέον να εκθέσουν τα απεχθή τους βίτσια σε κοινή θέα.

Ο Ώμπρεϋ αποφάσισε να φύγει μακριά από έναν τέτοιον άνθρωπο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν είχε φανερώσει ως τώρα το παραμικρό φωτεινό σημαδάκι, έστω κάτι, για να αναπαυθεί επάνω του το βλέμμα. Αποφάσισε να σκαρφιστεί κάποια αληθοφανή δικαιολογία και τον παρατήσει αμέσως, αλλά, στο μεταξύ, σκόπευε να έχει το νου του και μην αφήσει τίποτα να περάσει απαρατήρητο. Φρόντισε να μπει στο κύκλο του Λόρδου και σύντομα διαπίστωσε πως ο Λόρδος προσπαθούσε να αποπλανήσει την άδολη κόρη μιας κυρίας, την οποίας το σπίτι επισκεπτόταν πολύ συχνά. Στην Ιταλία σπάνια απαντάται μια ανύπαντρη νέα μέσα σε κοσμικούς κύκλους. Συνεπώς ο Λόρδος έπρεπε να εκτελέσει τα σχέδιά του εν κρυπτώ. Ο Ώμπρεϋ επέμενε να τον παρακολουθεί στενά και σύντομα ανακάλυψε πως ο Λόρδος σχεδίαζε μια δολοφονία η οποία σχεδόν σίγουρα θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή ενός αθώου, αλλά απερίσκεπτου κοριτσιού. Χωρίς να χάνει καιρό, ο Ώμπρεϋ μπήκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Λόρδου Ρούθβεν και τον ρώτησε ευθέως για τις προθέσεις του σχετικά με τη δεσποινίδα, ενημερώνοντάς τον παράλληλα, πως γνώριζε ότι επρόκειτο να τη συναντήσει απόψε κιόλας, τη νύχτα. Ο Λόρδος Ρούθβεν είπε πως οι προθέσεις του δεν διέφεραν από εκείνες που ο καθένας θα είχε στην προκειμένη περίπτωση. Κι όταν ο Ώμπρεϋ τον πίεσε για να μάθει αν σκόπευε να παντρευτεί τη νέα, εκείνος απλά γέλασε. Ο Ώμπρεϋ αποχώρησε και αμέσως έγραψε ένα σημείωμα στο οποίο ανέφερε πως αδυνατούσε να συνοδεύσει τη αυτού εξοχότητα στο υπόλοιπο του ταξιδιού του, διέταξε τον υπηρέτη του να του βρει άλλο κατάλυμα και ειδοποίησε την μητέρα της νέας, πληροφορώντας την για όλα όσα ήξερε, όχι μόνο σχετικά με την κόρη της αλλά και σχετικά με τον χαρακτήρα του Λόρδου. Έτσι η συνάντηση αποτράπηκε. Ο Λόρδος Ρούθβεν έστειλε απλώς, την επομένη, τον υπηρέτη του, για να δηλώσει τη συγκατάθεσή του, σχετικά με την αποχώρηση. Αλλά δεν έκανε νύξη για την παρέμβαση του Ώμπρεϋ στα σκοτεινά σχέδιά του.

Μόλις άφησε τη Ρώμη, ο Ώμπρεϋ κατευθύνθηκε προς την Ελλάδα και διασχίζοντας την χερσόνησο έφτασε σύντομα ως την Αθήνα.(συνεχίζεται)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:18 am

Ο Ώμπρεϋ κανόνισε την παραμονή του στο σπίτι ενός Έλληνα και σύντομα ξεκίνησε την αναζήτηση των μισοσβησμένων αρχείων της αρχαίας δόξας, μέσα στα μνημεία που εξιστορούσαν τις σπουδαίες πράξεις των ελεύθερων ανθρώπων, που είχαν πλέον καταλήξει σκλάβοι, και τα οποία ντροπιασμένα είχαν κρυφτεί κάτω την προστατευτική επιφάνεια του εδάφους και τις πολύχρωμες λειχήνες. Κάτω από την ίδια στέγη με εκείνον, ζούσε ένα πλάσμα, τόσο όμορφο και εύθραυστο, που έμοιαζε βγαλμένο από τον πίνακα κάποιου ζωγράφου, που ήθελε να απεικονίσει τον παράδεισο, όπως τον είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ στους πιστούς του, αν και βέβαια πίσω από τα μάτια της κρυβόταν μια αλήθεια που δεν συγκαταλεγόταν σε οτιδήποτε άψυχο.

Έτσι όπως χόρευε μέσα στην πεδιάδα, ή όταν αλαφροπατούσε επάνω στη βουνοπλαγιά, θα νόμιζε κάποιος πως ξεπερνούσε ακόμα και μια γαζέλα στη χάρη. Γιατί όποιος αντίκριζε το βλέμμα της, αντιλαμβανόταν πως η ολοζώντανη ματιά της δεν είχε τίποτα το ζωώδες, κάτι που να μπορεί να γίνει βορά, στα δόντια ενός πεινασμένου. Τα απαλά βήματα της Ιάνθης συνόδευαν συχνά τον Ώμπρεϋ, όταν εκείνος έβγαινε προς αναζήτηση αρχαιοτήτων και συχνά, το κορίτσι, χωρίς ή ίδια να το αντιλαμβάνεται, στην προσπάθειά της να πιάσει μια πεταλούδα του Κασμίρ, αποκάλυπτε ολόκληρη την ομορφιά του κορμιού της και κάτω από το επίμονο βλέμμα του νέου, φαινόταν σα να έπλεε στον άνεμο. Τότε αυτός ξεχνούσε τα γράμματα που είχε μόλις αποκρυπτογραφήσει από μια σχεδόν σβησμένη επιγραφή, ατενίζοντας τη λεπτοκαμωμένη της φιγούρα. Συχνά οι κοτσίδες της λύνονταν την ώρα που φτερούγιζε ολόγυρα, αποκαλύπτοντας στις αχτίδες του ήλιου τις απαλές, αχνές αποχρώσεις των μαλλιών της κι αυτό συνέτεινε στην αφηρημάδα του αρχαιοδίφη, που λησμονούσε το αντικείμενο, που πριν λίγο, έδειχνε τόσο σημαντικό για την ορθή ερμηνεία κάποιου αποσπάσματος του Παυσανία.

Μα ποιο το νόημα να περιγράφει κάποιος τις ομορφιές που όλοι μπορούν να νιώσουν, αλλά κανένας δεν είναι σε θέσει να τις εκτιμήσει; Η νέα ήταν αγνή και ωραία, ανεπηρέαστη από τον συνωστισμό των κοσμικών σαλονιών και τις ασφυκτικές αίθουσες χορού. Ενώ εκείνος σκιτσάριζε τα ερείπια, τα οποία επιθυμούσε να διατηρήσει ως αναμνηστικά για το μέλλον, αυτή, καθόταν στο πλάι του και κοίταζε τα μαγικά κόλπα του μολυβιού του, που αποτύπωναν τα τοπία της πατρίδας της. Τότε η κοπέλα, του περιέγραφε τον κυκλικό χορό που χορευόταν στην ανοιχτή πεδιάδα και του σκιαγραφούσε, με όλα τα λαμπερά χρώματα των νεανικών της αναμνήσεων, μια γαμήλια πομπή, που θυμόταν να έχει δει, όταν ήταν ακόμα μικρό κοριτσάκι. Και μετά στρεφόταν σε θέματα που προφανώς της είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση και του έλεγε διάφορες διηγήσεις που σχετίζονταν με το υπερφυσικό, όπως τις είχε ακούσει από τη νταντά της. Η σοβαρότητα με την οποία αφηγούταν όλα εκείνα που έδειχνε ολοφάνερα να τα πιστεύει, κέντριζαν το ενδιαφέρον του Ώμπρεϋ. Και συχνά, όταν του έλεγε την ιστορία για το ζωντανό βαμπίρ, που είχε ζήσει για χρόνια ανάμεσα σε φίλους και ανθρώπους που το αγαπούσαν, τρεφόμενο από τις ζωές διαφόρων αξιαγάπητων γυναικών, έτσι ώστε να επεκτείνει την ύπαρξή του για μερικούς μήνες κάθε φορά, το αίμα του νέου πάγωνε, παρόλο που την περιγελούσε για όλες αυτές τις ανούσιες και φριχτές φαντασιοπληξίες.

Όμως η Ιάνθη του ανέφερε τα ονόματα διαφόρων ηλικιωμένων ανδρών που τελικά εντόπισαν το πλάσμα που ζούσε ανάμεσά τους, όταν διαπίστωσαν πως πολλοί κοντινοί συγγενείς τους και μικρά παιδιά, βρέθηκαν σημαδεμένοι από την σφραγίδα του αδηφάγου φίλου τους. Κι όταν εκείνη έβλεπε πως ο νέος παρέμενε δύσπιστος, τον ικέτευε να την πιστέψει, γιατί όσοι είχαν τολμήσει να αμφισβητήσουν την ύπαρξη τέτοιων πλασμάτων, είχαν λάβει τις ανάλογες αποδείξεις, που τους υποχρέωσαν, με συντριβή και πόνο καρδιάς, να ομολογήσουν πως όλα αυτά ήταν αληθινά. Του περιέγραψε καταλεπτώς τη συνηθισμένη εμφάνιση αυτών των τεράτων και ο τρόμος του νέου αυξήθηκε κατακόρυφα, όταν διαπίστωσε πως η περιγραφή ταίριαζε απόλυτα με την εικόνα του Λόρδου Ρούθβεν. Ωστόσο εκείνος επέμενε να προσπαθεί να την πείσει πως οι φόβοι της δεν ήταν αληθινοί, παρόλο που την ίδια στιγμή, απορούσε με τις τόσες συμπτώσεις, που όλες επιβεβαίωναν τις υποψίες του, για τις υπερφυσικές δυνάμεις του Λόρδου Ρουθβεν.

Ο Ώμπρεϋ άρχισε να δένεται ολοένα και περισσότερο με την Ιάνθη. Η αθωότητά της, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με τις επίπλαστες αρετές των γυναικών στις οποίες ως τώρα είχε αναζητήσει τον ιδανικό έρωτα, κέρδισε την καρδιά του. Και παρόλο που έβρισκε γελοία την ιδέα ενός γάμου ανάμεσα σε έναν άγγλο και μια μικρή, αμόρφωτη ελληνίδα, ωστόσο συνέχισε να τον ελκύει η σχεδόν νεραϊδένια θωριά της. Κάποιες φορές φρόντιζε να την αποχωρίζεται και, με τη δικαιολογία κάποιας αρχαιολογικής εξερεύνησης, έφευγε μακριά της, αποφασισμένος να μην επιστρέψει προτού φέρει την αποστολή του σε πέρας. Αλλά τελικά ποτέ δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει την προσοχή του επάνω στα ερείπια που τον περιέβαλλαν, αφού στο μυαλό του υπήρχε μονάχα η δικής της εικόνα, η οποία κρατούσε το κλειδί όλων του των σκέψεων.

Η Ιάνθη δεν γνώριζε τίποτα για τον έρωτα του νέου και παρέμενε το ίδιο αθώο παιδί, όπως ήταν, όταν την πρωτογνώρισε. Πάντα έδειχνε να τον αποχωρίζεται με δυσκολία. Αυτό όμως συνέβαινε επειδή έτσι, δε θα είχε με ποιον να επισκεφθεί τα αγαπημένα της λημέρια, ενώ ο συνοδός της θα ήταν απασχολημένος με το σκιτσάρισμα ή την εκσκαφή κάποιου θραύσματος, που είχε γλιτώσει από το καταστροφικό χέρι του χρόνου. Η νέα είχε ζητήσει και τη συνδρομή των γονιών της για το ζήτημα των Βαμπίρ κι εκείνοι, με μεγάλη σιγουριά, επιβεβαίωσαν την ύπαρξή τους, χλομιάζοντας από τρόμο και μόνο στο άκουσμα του ονόματός τους.

Λίγο καιρό αργότερα, ο Ώμπρεϋ αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια από τις εξορμήσεις του, η οποία επρόκειτο να τον κρατήσει απασχολημένο για αρκετές ώρες. Όταν οι άλλοι άκουσαν το όνομα της τοποθεσίας που ήθελε να πάει, με ένα στόμα τον ικέτεψαν να μην επιστρέψει αργά τη νύχτα, καθώς έπρεπε να περάσει αναγκαστικά από ένα δάσος, από το οποίο ποτέ και για καμία αιτία, κανένας έλληνας δεν περνούσε, μετά τη δύση του ηλίου. Του το περιέγραψαν σαν κατοικία των βαμπίρ, όπου επιδίδονταν, εκεί μέσα, στα νυχτερινά τους όργια κι έλεγαν πως βαριές συμφορές έπεφταν στο κεφάλι εκείνου που τολμούσε να διασχίσει το μονοπάτι τους. Ο Ώμπρεϋ δεν πήρε στα σοβαρά τις περιγραφές τους και προσπάθησε να τους εξηγήσει το γελοίον του όλου πράγματος. Όταν όμως τους είδε να αναρριγούν μπροστά στην τόλμη του να ειρωνευτεί μια τέτοια ανώτερη, καταχθόνια δύναμη, που αρκούσε το όνομά της για κάνει το αίμα τους να παγώσει, ο νέος προτίμησε να σωπάσει.

Το άλλο πρωί ο Ώμπρεϋ ξεκίνησε για την εκδρομή του, ασυνόδευτος. Παρατήρησε με έκπληξη το μελαγχολικό πρόσωπο του σπιτονοικοκύρη του και στενοχωρήθηκε, όταν κατάλαβε πως τα όσα είχε πει, κοροϊδεύοντας εκείνους τους απαίσιους δαίμονες, είχαν προκαλέσει τόσο μεγάλο τρόμο σε αυτούς τους ανθρώπους. Την ώρα που ετοιμαζόταν για την αναχώρησή του, η Ιάνθη τον πλησίασε, στο πλευρό του αλόγου του, και τον ικέτεψε πολύ σοβαρά να επιστρέψει προτού νυχτώσει, γιατί η νύχτα απελευθέρωνε τις δυνάμεις αυτών των πλασμάτων. Εκείνος της το υποσχέθηκε.

Παρασύρθηκε, ωστόσο, τόσο πολύ από την έρευνά του, που δεν πήρε είδηση το φως της ημέρας που έσβηνε και δεν είδε πως στο βάθος του ορίζοντα υπήρχε ένα μικρό συννεφάκι, από εκείνα που στα θερμότερα κλίματα πυκνώνουν ταχύτατα, σχηματίζοντας μια τεράστια μάζα και ξεσπούν με μανία επάνω στην ερημιά της εξοχής. Κάποτε, επιτέλους, ανέβηκε στο άλογό του, αποφασισμένος να βιαστεί για να αντισταθμίσει την καθυστέρησή του. Το λυκόφως, σε αυτά τα νότια κλίματα είναι σχεδόν άγνωστο. Ο ήλιος δύει απότομα και πέφτει η νύχτα.
Προτού προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά, η δύναμη της καταιγίδας τον είχε προλάβει, οι κεραυνοί έπεφταν απανωτά, η βαριά, πυκνή βροχή διαπερνούσε το πυκνό φύλλωμα την ώρα που γαλάζιες, αιχμηρές αστραπές έμοιαζαν να σκάνε, φωτοβολώντας, στα πόδια του.

Ξαφνικά το άλογό του τρόμαξε και πέρασε με τρομαχτική ταχύτητα μέσα στο δαιδαλώδες δάσος. Τελικά το ζώο, εξαντλημένο από την κούραση, σταμάτησε κι ο νέος διαπίστωσε, στο φως μιας αστραπής, πως βρισκόταν κοντά σε μια καλύβα, που μετά βίας ξεχώριζε από τις μάζες των νεκρών φύλλων και των χαμόκλαδων που την περιέβαλλαν.

Κατέβηκε από το άλογό του και πλησίασε, ελπίζοντας να βρει κάποιον, για να τον καθοδηγήσει ως την πόλη, ή έστω να του προσφέρει καταφύγιο από την καταιγίδα που λυσσομανούσε. Την ώρα που πλησίαζε, οι κεραυνοί σταμάτησαν για μια στιγμή, κι έτσι μπόρεσε να ακούσει τις φρικιαστικές στριγκλιές μιας γυναίκας που αναμειγνύονταν με ένα πνιχτό, θριαμβευτικό, κοροϊδευτικό γέλιο, σχηματίζοντας έναν αξεδιάλυτο ήχο. Έμεινε άναυδος. Αλλά ένας νέος κεραυνός, που ξέσπασε πάνω από το κεφάλι του, τον αφύπνισε και με μια απότομη κίνηση άνοιξε με βία την πόρτα της καλύβας. Βρέθηκε μέσα στο πιο απόλυτο σκοτάδι. Ωστόσο είχε για οδηγό του τον ήχο. Προφανώς η παρουσία του δεν είχε γίνει αντιληπτή. Γιατί παρόλο που μίλησε φωναχτά, οι ήχοι συνεχίστηκαν και κανένας δεν φάνηκε να τον προσέχει. Τότε αισθάνθηκε κάποιον να τον αγγίζει κι αμέσως τον άρπαξε. Τότε ακούστηκε μια φωνή «Ξανά μπροστά μου» την οποία διαδέχτηκε ένα δυνατό γέλιο. Ο νέος βρέθηκε να παλεύει με κάποιον που φαινόταν να έχει υπεράνθρωπη δύναμη.

Αποφασισμένος να πέσει μαχόμενος, πάλεψε. Αλλά ήταν μάταιο. Τον σήκωσαν στον αέρα και τον εκσφενδόνισαν με απίστευτη βία στο έδαφος. Ο αντίπαλός του, έπεσε επάνω του και γονατίζοντας επάνω στο στήθος του, πέρασε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του. Όμως τα κακόβουλα σχέδιά του διακόπηκαν από την λάμψη ενός πλήθους δαυλών, που διαπερνόντας το άνοιγμα της καλύβας, φώτιζαν σα να ήταν μέρα. Τότε το πλάσμα σηκώθηκε και εγκαταλείποντας τη λεία του, το έσκασε από την πόρτα, και, μέσα σε μια στιγμή, είχε σβήσει ακόμα κι ο ήχος από τα κλαδιά που έσπαζαν στο διάβα του.

Η καταιγίδα είχε πλέον κοπάσει. Ο Ώμπρεϋ δεν μπορούσε να κινηθεί, αλλά σύντομα τον άκουσαν εκείνοι που βρίσκονταν απέξω. Μπήκαν μέσα. Το φώς των δαυλών έπεσε επάνω στους τοίχους, που ήταν καμωμένοι από λάσπη και η αχυρένια σκεπή πνίγηκε μέσα στην βαριά κάπνα. Ο Ώμπρεϋ τους ζήτησε να ψάξουν εκείνη την γυναίκα που τον είχε προσελκύσει με τις φωνές της. Για άλλη μια φορά, απόμεινε στο σκοτάδι. Όταν όμως το φως των δαυλών επέστρεψε είδε με φρίκη πως μετέφεραν το άψυχο σώμα μιας νεαρής γυναίκας. Έκλεισε τα μάτια του, ελπίζοντας πως όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα αποκύημα της ταραγμένης του φαντασίας. Αλλά μόλις τα άνοιξε πάλι, ξανάδε την μορφή της, την οποία είχαν αποθέσει στο πλάι του.

Δεν υπήρχε ίχνος χρώματος στα μάγουλά της, ούτε καν επάνω στα χείλια της. Η ακινησία του προσώπου της είχε αντικαταστήσει την αλλοτινή της ζωντάνια. Πάνω στον λαιμό και στο στήθος της υπήρχε αίμα και στο λαρύγγι της φαίνονταν τα σημάδια από τα δόντια που είχαν ανοίξει τη φλέβα της. Μόλις το είδαν αυτό, οι άνδρες που την είχαν βρει, φώναξαν όλοι μαζί ταυτόχρονα, κεραυνοβολημένοι από τον τρόμο:
- Το Βαμπίρ! Το Βαμπίρ!
(συνεχίζεται)
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:19 am

Έφτιαξαν ένα πρόχειρο φορείο και ο Ώμπρεϋ τοποθετήθηκε στο πλευρό της Ιάνθης, εκείνης, που τον τελευταίο καιρό είχε υπάρξει το αντικείμενο των πιο φωτεινών και ονειρικών οραμάτων του, ενώ τώρα κειτόταν νεκρή με το άνθος της ζωής της ολότελα μαραμένο. Ο ίδιος δεν ήξερε τι να σκεφτεί – το μυαλό του είχε μουδιάσει και έμοιαζε να απωθεί κάθε σκέψη, αναζητώντας καταφύγιο στο κενό. Στο χέρι του βαστούσε, σχεδόν ασυνείδητα, ένα γυμνό, πολύ ιδιαίτερο στιλέτο, που είχε βρεθεί μέσα στην καλύβα. Σύντομα συναντήθηκαν με άλλες ομάδες ανθρώπων, οι οποίοι είχαν επίσης βγει για αναζητήσουν την εξαφανισμένη κοπέλα. Οι θρηνητικές κραυγές τους, την ώρα που πλησίαζαν στην πόλη, έφεραν πρώτες στους γονείς της τα μαντάτα της φριχτής καταστροφής. Δεν υπάρχουν λόγια ικανά να περιγράψουν τον πόνο τους. Όταν όμως εξακρίβωσαν τον θάνατο του παιδιού τους κοίταξαν τον Ώμπρεϋ και έδειξαν το νεκρό της σώμα. Ήταν απαρηγόρητοι. Και οι δυο πέθαναν από τον καημό τους.

Μόλις έβαλαν τον Ώμπρεϋ στο κρεβάτι του, κατελήφθη από βίαιο πυρετό που συχνά του προκαλούσε παραλήρημα. Μέσα σε αυτά τα ξεσπάσματα, συχνά καλούσε τον Λόρδου Ρούθβεν και την Ιάνθη και εξαιτίας κάπου ανεξήγητου συνειρμού, ικέτευε τον πρώην συνταξιδιώτη του, να χαρίσει τη ζωή στην αγαπημένη του. Άλλοτε πάλι καταριόταν τον Λόρδο, θεωρώντας τον ως υπαίτιο για τον αφανισμό της. Την ίδια εποχή έτυχε να καταφτάσει στην Αθήνα και ο Λόρδος Ρούθβεν, και για κάποιο μυστηριώδη λόγο, μόλις πληροφορήθηκε την κατάσταση του Ώμπρεϋ, φρόντισε αμέσως να εγκατασταθεί στην ίδια με εκείνον κατοικία και έγινε ο ακοίμητος φύλακάς του. Όταν τελικά ο νέος συνήλθε από το παραλήρημά του, έμεινε άφωνος, γεμάτος φρίκη, βλέποντας μπροστά του εκείνον, που την εικόνα του είχε συνδυάσει με την ύπαρξη των Βαμπίρ. Αλλά ο Λόρδος Ρούθβεν, με τα ευγενικά του λόγια, φαινόταν σχεδόν μετανοιωμένος για εκείνο το σφάλμα, που είχε σταθεί η αφορμή του χωρισμού τους, κι επιπλέον, με την προσοχή, την έγνοια και τη φροντίδα που έδειχνε, μπόρεσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να τον συμφιλιώσει με την παρουσία του.

Ο Λόρδος φαινόταν αρκετά αλλαγμένος. Δεν έμοιαζε πλέον με εκείνο το απαθές πλάσμα που είχε τόσο παραξενέψει τον Ώμπρεϋ. Αλλά μόλις ο νέος άρχισε να αναρρώνει με ταχύτατο ρυθμό, εκείνος επέστρεψε σταδιακά στην προηγούμενη συμπεριφορά του κι ο Ώμπρεϋ δεν έβλεπε πια καμία διαφορά, πέρα από εκείνες τις φορές, που αντιλαμβανόταν με έκπληξη, πως ο Λόρδος επέμενε να καρφώνει το βλέμμα του επάνω του, ενώ ένα χαμόγελο κακόβουλης ικανοποίησης τρεμόπαιζε επάνω στα χείλη του. Ο νέος, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, αισθανόταν αυτό το χαμόγελο να τον στοιχειώνει. Κατά την διάρκεια των τελικών σταδίων της ανάρρωσής του, ο Λόρδος Ρούθβεν έβρισκε απασχόληση στο να παρατηρεί τα κύματα που σήκωνε το δροσερό αεράκι ή στο να σημειώνει την πορεία των ουρανίων σφαιρών που, όπως και η δική μας, περιστρέφονται γύρω από τον σταθερό ήλιο. Κατά τα άλλα απέφευγε την επαφή με τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Το μυαλό του Ώμπρεϋ από το σοκ που υπέστη, είχε αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό και η ελαστικότητα του πνεύματος, που κάποτε τον χαρακτήριζε, φαινόταν πως τώρα πια, είχε χαθεί οριστικά. Πλέον, προτιμούσε κι αυτός την απομόνωση και τη σιωπή, το ίδιο, όπως κι ο Λόρδος Ρούθβεν. Αλλά παρόλο που επιθυμούσε τη μοναξιά, το μυαλό του δεν μπορούσε να ησυχάσει μέσα στις γειτονιές της Αθήνας. Κάθε φορά που την επιζητούσε ανάμεσα στα αρχαία ερείπια, εκεί, όπου σύχναζε παλιότερα, αισθανόταν την μορφή της Ιάνθης να στέκεται στο πλευρό του. Όταν την γύρευε στα δάση, κατέληγε να αφουγκράζεται τα ελαφριά της βήματα επάνω στη χλόη, όπως τότε που η νέα περιφερόταν ψάχνοντας να βρει ταπεινούς μενεξέδες. Κι όταν στα ξαφνικά κοίταζε πίσω του, η τρελή του φαντασία την έφερνε μπροστά του, με το πρόσωπό της χλωμό, τον λαιμό της πληγωμένο κι ένα μειλίχιο χαμόγελο ζωγραφισμένο επάνω στα χείλη της.

Αποφάσισε λοιπόν να αλλάξει σκηνικό, και να φύγει μακριά από όλα εκείνα τα πράγματα, που γέμιζαν το νου του με πικρές εικόνες. Πρότεινε στο Λόρδο Ρούθβεν, για τον οποίο αισθανόταν μεγάλη υποχρέωση λόγω των τρυφερών φροντίδων που του είχε προσφέρει κατά την διάρκεια της ασθένειάς του, να επισκεφθούν όλα εκείνα τα μέρη της Ελλάδας, που ακόμη δεν είχαν δει. Ταξίδεψαν προς κάθε κατεύθυνση και φρόντισαν να δουν όλα τα αξιοθέατα. Όμως παρόλο που περιδιάβαιναν βιαστικά από το ένα μέρος στο άλλο, τίποτε δεν έμοιαζε να τους κεντρίζει το ενδιαφέρον. Άκουγαν συχνά, να γίνεται λόγος για ληστές, αλλά με τον καιρό έπαψαν να δίνουν σημασία σε αυτές τις αναφορές, τις οποίες θεωρούσαν ως απλές επινοήσεις εκείνων, που προσδοκούσαν να κερδίσουν κάτι παραπάνω, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως συνοδοί, προκειμένου να προστατέψουν τους ταξιδιώτες από διάφορους υποθετικούς κινδύνους. Έτσι έφτασαν στο σημείο να αγνοούν τις συμβουλές των ντόπιων και κάποια φορά ταξίδεψαν έχοντας μαζί τους ελάχιστους φρουρούς, οι οποίοι τους χρησίμευαν περισσότερο ως οδηγοί παρά ως άμυνα.

Όταν όμως έφτασαν σε ένα στενό πέρασμα, γεμάτο από μεγάλος βράχους που είχαν κατρακυλήσει από τους γύρω γκρεμούς, στο βάθος του οποίου ξανοιγόταν ένας ορμητικός χείμαρρος, κατέληξαν να μετανιώσουν για την απρονοησία τους. Μόλις που είχαν προλάβει να μπουν στη στενωσιά, όταν, προς μεγάλη τους έκπληξη, τους υποδέχτηκε ένας καταιγισμός από σφαίρες που σφύριζαν ξυστά από τα κεφάλια τους ενώ ο αντίλαλος από τις πιστολιές φανέρωνε πως κάπου υπήρχαν κάμποσοι οπλοφόροι. Μέσα σε μια στιγμή οι φρουροί τους εγκατέλειψαν και κρυμμένοι πίσω από τους βράχους, άρχισαν να πυροβολούν προς την κατεύθυνση από όπου έρχονταν οι σφαίρες. Ο Λόρδος Ρούθβεν και ο Ώμπρεϋ, μιμούμενοι το παράδειγμά τους, αναζήτησαν προστασία πίσω από μία στροφή που σχημάτιζε ο στενός δρόμος. Αλλά ντροπιασμένοι, επειδή οι εχθροί τους είχαν στριμώξει με αυτόν τον τρόπο, και τους φώναζαν διάφορες προσβολές για να τους αναγκάσουν να προχωρήσουν, αλλά κι επίσης, επειδή ήταν εκτεθειμένοι και κινδύνευαν να χαθούν χωρίς αντίσταση, στην περίπτωση που κάποιος από τους ληστές σκαρφάλωνε από πάνω τους και τους χτυπούσε πισώπλατα, αποφάσισαν, χωρίς πολύ σκέψη, να προχωρήσουν εμπρός, για να συναντήσουν τους αντιπάλους τους. Σχεδόν δεν είχαν προλάβει, να αφήσουν το καταφύγιο που τους προσέφερε ο βράχος, όταν ο Λόρδος Ρούθβεν δέχτηκε μια σφαίρα στον ώμο, η οποία τον έριξε στο έδαφος. Ο Ώμπρεϋ έσπευσε να τον βοηθήσει, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη δική του σωματική ακεραιότητα και σύντομα, είδε, προς μεγάλη του έκπληξη, τα πρόσωπα των ληστών να τον περιστοιχίζουν, ενώ οι φρουροί του, μόλις κατάλαβαν πως ο Λόρδος Ρούθβεν είχε πληγωθεί, παράτησαν αμέσως τα όπλα τους και παραδόθηκαν.

Με υποσχέσεις μιας μεγάλης ανταμοιβής, ο Ώμπρεϋ, κατάφερε μετά από λίγο, να τους πείσει να μεταφέρουν τον πληγωμένο του φίλο σε μια καλύβα, που βρισκόταν εκεί κοντά. Και αφού συμφώνησαν για το ποσό των λύτρων, οι ληστές τον απάλλαξαν από την παρουσία τους, καθώς, πλέον, μοναδική τους έγνοια ήταν η φύλαξη του περάσματος, μέχρι την επιστροφή του συντρόφου τους με τα χρήματα, για τα οποία ο νέος είχε δώσει την σχετική εντολή. Οι δυνάμεις του Λόρδου Ρούθβεν άρχισαν να εξασθενούν ταχύτατα. Μέσα σε δυο μέρες η πληγή του παρουσίασε μόλυνση και ο θάνατος έμοιαζε να πλησιάζει με βιαστικά βήματα. Η συμπεριφορά του και η εμφάνισή του δεν είχαν αλλάξει. Έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του πόνου, όπως παλιότερα είχε δείξει ανάλογη αναισθησία και σε άλλες περιπτώσεις. Αλλά το τελευταίο βράδυ, το μυαλό του άρχισε να δείχνει φανερά σημάδια ανησυχίας, και συχνά κάρφωνε τη ματιά του επάνω στον Ώμπρεϋ, ζητώντας του, με αφύσικη ζέση, να τον βοηθήσει:
- Βοήθησέ με! Μπορείς να με σώσεις, μπορείς να κάνεις και κάτι παραπάνω… και δεν μιλάω για τη ζωή μου, δε με μέλλει το τέλος της ύπαρξής μου, στο διάβα της μέρας. Αλλά εσύ, μπορείς να σώσεις την τιμή μου, την τιμή του φίλου σου.
- Πως; Πες μου πως; Θα κάνω τα πάντα, του απάντησε ο Ώμπρεϋ.
- Δε ζητώ πολλά, η ζωή μου σβήνει ταχύτατα, δεν μπορώ να σου τα εξηγήσω όλα, αλλά αν αποκρύψεις όλα όσα γνωρίζεις για μένα, η τιμή μου θα παραμείνει ακηλίδωτη από την καταλαλιά του κόσμου… κι αν ο θάνατός μου παρέμενε κρυφός για ένα διάστημα στην Αγγλία, εγώ… εγώ… μονάχα ζωή.
- Δεν θα το μάθει κανείς.
- Ορκίσου! Ικέτεψε ο ετοιμοθάνατος άνδρας κι ανασηκώθηκε με μια βίαιη, απότομη κίνηση, ορκίσου σε ό,τι έχεις ιερό, σε ό,τι φοβάσαι, ορκίσου, πως για έναν χρόνο και μία ημέρα δεν θα μιλήσεις για τα εγκλήματά μου ή για τον θάνατό μου, σε κανένα ζωντανό πλάσμα, οτιδήποτε κι αν συμβεί, οτιδήποτε κι αν δεις.
Τα μάτια του κόντευαν να χυθούν από τις κόγχες τους.
- Ορκίζομαι! Είπε ο Ώμπρεϋ.
Τότε ο Λόρδος ξανάπεσε στο μαξιλάρι του, γελώντας, και ξεψύχησε.

Ο Ώμπρεϋ πήγε να ξαπλώσει, αλλά δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Όλα τα περιστατικά, γύρω από την γνωριμία του με τον Λόρδο, του ξανάρχονταν στο μυαλό, για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Όταν θυμήθηκε τον όρκο που είχε δώσει, τον έλουσε κρύος ιδρώτας, προαισθανόμενος πως κάτι φρικιαστικό έμελλε να του συμβεί. Σηκώθηκε νωρίς το πρωί, και την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στην καλύβα, όπου είχε αφήσει το πτώμα, συνάντησε ένα ληστή, ο οποίος τον πληροφόρησε πως ο νεκρός δεν βρισκόταν πια εκεί μέσα, πως τον είχαν μεταφέρει στο λημέρι τους, στην κορυφή ενός κοντινού υψώματος, τηρώντας την υπόσχεση που είχαν δώσει στην αυτού εξοχότητα, σύμφωνα με την οποία το σώμα του έπρεπε να εκτεθεί στην πρώτη παγωμένη αχτίδα της σελήνης, που θα ανέτειλε μετά τον θάνατό του. Έκπληκτος ο Ώμπρεϋ, πήρε κάμποσους από τους άνδρες, αποφασισμένος να πάει και να θάψει το πτώμα στο σημείο που τον είχαν εναποθέσει. Αλλά, όταν σκαρφάλωσε στην κορυφή, δεν βρήκε ούτε το κουφάρι, ούτε τα ρούχα του, παρόλο που οι ληστές ορκίζονταν και του έδειχναν τον βράχο, πάνω στον οποίο είχαν ακουμπήσει το νεκρό του κορμί. Για κάμποση ώρα το μυαλό του νέου συγχύστηκε από διάφορες εικασίες, αλλά στο τέλος επέστρεψε, πεπεισμένος, πως οι ληστές είχαν θάψει το πτώμα, προκειμένου να του κλέψουν τα ρούχα.

Απηυδισμένος από αυτόν τον τόπο στον οποίο βίωσε τόσες τρομερές δυστυχίες και στον οποίο όλα φαίνονταν, να συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της καταθλιπτικής δεισιδαιμονίας, που κατάτρυχε το νου του, αποφάσισε να φύγει και, μετά από ένα μικρό διάστημα, έφτασε στη Σμύρνη. Καθώς περίμενε κάποιο πλοίο, το οποίο θα τον μετέφερε στο Οτράντο ή στη Νάπολη, καταπιάστηκε με την τακτοποίηση των αντικειμένων που ανήκαν στον Λόρδο Ρούθβεν. Ανάμεσα στα άλλα πράγματά του, υπήρχε μία θήκη, που περιείχε κάμποσα όπλα, κατασκευασμένα με τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν το βέβαιο θάνατο του υποψήφιου θύματός τους. Υπήρχαν αρκετά στιλέτα και γιαταγάνια. Καθώς ο νέος τα παρατηρούσε, εξετάζοντας τα περίεργα σχήματά τους, ανακάλυψε έκπληκτος μια θήκη, η οποία έφερε την ίδια διακόσμηση με το στιλέτο, που είχε ανακαλύψει στη μοιραία καλύβα, γεγονός που του έφερε ανατριχίλα. Θέλοντας να έχει άμεσες αποδείξεις, βρήκε το όπλο και με τρόμο διαπίστωσε πως, παρά το παράξενο σχήμα του, ταίριαζε τέλεια μέσα στη θήκη που κρατούσε στα χέρια του. Δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω, για να πιστέψει στα μάτια του, τα οποία παρέμεναν καρφωμένα επάνω στο στιλέτο. Ωστόσο ακόμα και τώρα, αρνιόταν να το πιστέψει. Αλλά το συγκεκριμένο σχήμα, τα ίδια εντυπωσιακά, πολύχρωμα σχέδια που εμφανίζονταν, εξίσου, επάνω στη λαβή και στη θήκη, δεν άφηναν περιθώριο για καμία αμφιβολία. Άλλωστε και στις δύο επιφάνειες υπήρχαν σταγόνες από αίμα.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:20 am

Έφυγε από τη Σμύρνη, και στο δρόμο της επιστροφής, περνώντας από τη Ρώμη, έσπευσε να πληροφορηθεί για την τύχη της δεσποινίδας, την οποία είχε προσπαθήσει να αποσπάσει από την τέχνη της αποπλάνησης του Λόρδου Ρούθβεν. Οι γονείς της βρίσκονταν σε απόγνωση, η περιουσία τους ήταν κατεστραμμένη και κανένας δεν είχε ακούσει κάτι γι’ αυτήν, μετά από την αναχώρηση του Λόρδου. Το μυαλό του Ώμπρεϋ κόντεψε να σαλέψει με όλες αυτές τις επαναλαμβανόμενες φρίκες. Φοβόταν πως κι αυτή η κοπέλα, είχε πέσει θύμα του δολοφόνου της Ιάνθης. Έγινε σκυθρωπός και βυθίστηκε στη σιωπή. Και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βιάζει τους αμαξάδες του, για να κάνουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα, σα να έτρεχε, για να σώσει κάποιο πολύ αγαπημένο του πρόσωπο. Έφτασε στο Καλαί (σσ. Γαλλική πόλη στο Στενό της Μάγχης). Ένα αεράκι, που έμοιαζε να υπακούει στη θέλησή του, σύντομα τον έφερε ως τις αγγλικές ακτές. Έσπευσε αμέσως στην προγονική του έπαυλη, κι εκεί, για λίγο, μέσα στις αγκαλιές και τις φροντίδες της αδερφής του, φάνηκε να λησμονεί όλες τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Αν στο παρελθόν είχε κερδίσει την αγάπη του με τις παιδικές της τρυφερότητες , τώρα, που άρχιζε πια να γίνεται γυναίκα, του ήταν ακόμα πιο απαραίτητη σαν συντροφιά.

Η δεσποινίδα Ώμπρεϋ δεν είχε εκείνη την σαγηνευτική χάρη, που μαγνητίζει τα βλέμματα και κερδίζει τον θαυμασμό στις συγκεντρώσεις των κοσμικών σαλονιών. Δεν υπήρχε, πάνω της, ίχνος από τη λαμπρότητα που υπάρχει μονάχα μέσα στην θερμή ατμόσφαιρα μιας ασφυκτικά γεμάτης αίθουσας. Τα γαλάζια της μάτια δε γυάλιζαν ποτέ από ελαφρομυαλιά. Είχε μια μελαγχολική γοητεία, η οποία δε φαινόταν να πηγάζει από κάποια δυστυχία, αλλά από ένα μύχιο συναίσθημα, που φανέρωνε πως η ψυχή της γνώριζε την ύπαρξη ενός φωτεινότερου κόσμου. Η περπατησιά της δεν είχε εκείνη την ελαφρότητα που ξεστρατίζει στο κατόπι μιας πεταλούδας ή ενός έντονου χρώματος, τουναντίον, ήταν σοβαρή και γεμάτη έγνοια. Ποτέ, σαν βρισκόταν μόνη, το πρόσωπό της δεν φωτιζόταν από κάποιο χαμόγελο χαράς. Μα, όταν ο αδερφός της, της ενέπνεε της τρυφερότητά του, και μπρος στην παρουσία της ξεχνούσε εκείνες τις θλίψεις, που εκείνη καταλάβαινε πως του είχαν καταστρέψει την ηρεμία, ποιος θα μπορούσε να ανταλλάξει το χαμόγελό της με ένα άλλο πιο φιλήδονο; Έμοιαζε λες κι εκείνα τα μάτια κι εκείνο το πρόσωπο φωτίζονταν από τον δικό τους ξεχωριστό ήλιο. Ήταν μόλις δεκαοχτώ ετών και δεν είχε ακόμα κάνει το ντεμπούτο της στους κοσμικούς κύκλους, καθώς οι κηδεμόνες της είχαν θεωρήσει πιο πρέπον να το καθυστερήσουν, ωσότου να επιστρέψει ο αδερφός της από την Ευρώπη, έτσι ώστε να μη στερηθεί την προστασία του. Έτσι, τώρα, είχε αποφασιστεί πως η επόμενη κοσμική φιέστα, η οποία επρόκειτο σύντομα να γίνει, θα σηματοδοτούσε την εποχή της εισόδου της στην «υψηλή κοινωνία». Ο Ώμπρεϋ θα προτιμούσε να παρέμεναν στο πατρογονικό του, και να τρέφεται με τη μελαγχολία, η οποία τον είχε καταβάλει. Δεν αισθανόταν κανένα ενδιαφέρον για τις φιοριτούρες των διάφορων εκκεντρικών αγνώστων, την ώρα που το μυαλό του είχε γίνει κουρέλι από τα γεγονότα στα οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Αλλά αποφάσισε να θυσιάσει την άνεσή του, προκειμένου να προστατεύσει την αδερφή του. Σύντομα έφτασαν στην πόλη και άρχισαν τις ετοιμασίες για την επόμενη μέρα, κατά την οποία θα λάμβανε χώρα η κοσμική συγκέντρωση.

Είχε μαζευτεί πάρα πολύς κόσμος - είχε καιρό να οργανωθεί μια τέτοια εκδήλωση, και όσοι αδημονούσαν να απολαύσουν τα χαμόγελα των ευγενών, έσπευσαν να παρευρεθούν. Εκεί ήταν κι ο Ώμπρεϋ με την αδερφή του. Την ώρα που στεκόταν σε μια γωνιά ολομόναχος, αδιαφορώντας για όσους τον περιτριγύριζαν, ενθυμούμενος πως σε αυτό ακριβώς το μέρος, είχε δει για πρώτη φορά τον Λόρδο Ρούθβεν – αισθάνθηκε κάποιον να τον αρπάζει, ξαφνικά, από το μπράτσο κι άκουσε μια γνώριμη φωνή να λέει στο αυτί του:
- Θυμήσου τον όρκο σου.
Μόλις και μετά βίας μπόρεσε να στραφεί λιγάκι, καθώς φοβόταν μήπως αντικρύσει ένα φάντασμα, ικανό να τον συντρίψει, όταν αντιλήφθηκε, εκεί κοντά, την ίδια φιγούρα που είχε κεντρίσει την προσοχή του, στο ίδιο σημείο, όπως και τότε που είχε πρωτοεμφανιστεί στους κοσμικούς κύκλους. Είχε καρφώσει το βλέμμα του, ώσπου τα μέλη του άρχισαν να παραλύουν και υποχρεώθηκε να πιαστεί από το μπράτσο ενός φίλου, και ανοίγοντας χώρο ανάμεσα στο πλήθος, ρίχτηκε στην άμαξά του και επέστρεψε στο σπίτι του. Διέσχισε το δωμάτιο με βιαστικά βήματα κι έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια του, σα να φοβόταν πως ο εγκέφαλός του θα εκραγεί από τις σκέψεις. Ο Λόρδος Ρούθβεν ξανά μπροστά του – τα γεγονότα άρχισαν να ξετυλίγοντας μέσα σε μια φρικιαστική ακολουθία –το στιλέτο - ο όρκος του. –Σηκώθηκε, δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι δυνατό – οι νεκροί να βγαίνουν από τους τάφους του! – Συλλογίστηκε πως η φαντασία του είχε γεννήσει αυτό το όραμα, και γραπώθηκε από αυτήν την εξήγηση. Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να είναι δυνατόν – γι’ αυτό αποφάσισε να επιστρέψει στις κοσμικές συναθροίσεις. Ωστόσο, παρόλο που προσπάθησε να ρωτήσει σχετικά με τον Λόρδο Ρούθβεν δεν μπορούσε καν να ξεστομίσει το όνομά του, οπότε δεν κατάφερε να αποσπάσει κάποια πληροφορία. Μερικά βράδια αργότερα πήγε, μαζί με την αδερφή του σε μια συνάντηση κάποιων στενών συγγενών του. Άφησε την κοπέλα στις φροντίδες της οικοδέσποινας και αποσύρθηκε σε ένα απόμερο σημείο, όπου αφέθηκε σε όλες εκείνες τις σκέψεις που τον κατέτρυχαν. Όταν τελικά αντιλήφθηκε πως οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να φεύγουν, πέρασε σε ένα άλλο δωμάτιο, κι εκεί βρήκε την αδερφή του περιστοιχισμένη από κάμποσα άτομα, η οποία συζητούσε με προφανή σοβαρότητα. Προσπάθησε να περάσει και να φτάσει κοντά της, αλλά κάποιος, από τον οποίο ζήτησε να παραμερίσει, γύρισε, και του αποκάλυψε εκείνη τη μορφή, που τόσο απεχθανόταν. Πήδηξε προς τα εμπρός, άρπαξε το μπράτσο της αδερφής του και με βιαστικά βήματα, θέλησε την βγάλει στον δρόμο. Στην πόρτα, έπεσε επάνω σε ένα πλήθος από υπηρέτες που περίμεναν τα αφεντικά τους και καθώς προσπαθούσε να περάσει ανάμεσά τους, άκουσε ξανά εκείνη τη φωνή του ψιθυρίζει:
- Θυμήσου τον όρκο σου!
Δεν τόλμησε να γυρίσει, αλλά τραβώντας βιαστικά την αδερφή του, σύντομα έφτασε στο σπίτι.

Ο Ώμπρεϋ κόντευε να τρελαθεί. Αν προηγουμένως το μυαλό του ήταν γεμάτο εμμονές γύρω από το όλο ζήτημα, τώρα πλέον είχε χειροτερέψει, σκεπτόμενος αδιάκοπα πως το τέρας, χωρίς αμφιβολία, είχε επιστρέψει στη ζωή. Τώρα πια δεν έδινε σημασία στις περιποιήσεις της αδερφής του και μάταια εκείνη τον ικέτευε να της εξηγήσει την αιτία της απότομης αλλαγής στη συμπεριφορά του. Αυτός ξεστόμιζε μονάχα ελάχιστες λέξεις κι αυτές, της προκαλούσαν τρόμο. Όσο περισσότερο σκεφτόταν, τόσο αύξαινε η αμηχανία του. Ο όρκος του τον τρόμαζε. Έπρεπε λοιπόν να επιτρέψει σε αυτό το τέρας να περιφέρεται, γκρεμίζοντας τα πάντα με μια πνοή του, ανάμεσα σε όλους όσους αγαπούσε, χωρίς να εμποδίσει τη δράση του; Θα μπορούσε να βλάψει ακόμα και την ίδια του την αδερφή. Αλλά κι αν αθετούσε το λόγο του και απεκάλυπτε τις υποψίες του, ποιος θα μπορούσε να τον πιστέψει; Σκέφτηκε να πάρει την υπόθεση στα χέρια του, για να ελευθερώσει τον κόσμο από αυτό το βδέλυγμα. Έπειτα όμως θυμόταν πως είχε ήδη περιγελάσει τον θάνατο. Για μέρες παρέμενε σε αυτήν την κατάσταση, κλεισμένος στην κάμαρά του, έτρωγε μονάχα, όταν ερχόταν η αδερφή του, η οποία με μάτια ξεχειλισμένα από τα δάκρυα, τον θερμοπαρακαλούσε, για το χατίρι της, να μην εγκαταλείψει τον εαυτό του. Τελικά, μην αντέχοντας άλλο την ακινησία και την απομόνωση, βγήκε από το σπίτι του, και πήρε τους δρόμους, προσπαθώντας επίμονα να ξεφύγει από εκείνη τη μορφή που τον στοίχειωνε. Άρχισε να παραμελεί το ντύσιμό του και περιπλανιόταν, εξίσου, κάτω από το μεσημεριάτικο φως του ήλιου αλλά και μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας. Είχε καταντήσει αγνώριστος. Αρχικά επέστρεφε με το σούρουπο στο σπίτι του. Αλλά αργότερα έπεφτε να αναπαυθεί οπουδήποτε τον καταλάμβανε η κούραση. Η αδερφή του, ανησυχώντας για την ασφάλειά του, ζήτησε από κάποιος ανθρώπους να το συνοδεύουν. Αλλά σύντομα τους έκανε όλους πέρα, καθώς ξέφευγε από τους διώκτες με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή με τη σκέψη. Ωστόσο, ξαφνικά, η συμπεριφορά του άλλαξε. Συνειδητοποιώντας πως με την απουσία του είχε αφήσει όλους τους φίλους του να ζουν με έναν δαίμονα ανάμεσά τους, του οποίου την παρουσία αγνοούσαν, αποφάσισε να επιστρέψει στους κοσμικούς κύκλους και να τον παρακολουθεί από κοντά, αποφασισμένος να προειδοποιήσει, παραβιάζοντας τον όρκο του, όλους εκείνους που ο Λόρδος Ρούθβεν προσέγγιζε πιο στενά. Όμως κάθε φορά που έμπαινε σε μία αίθουσα, τα καταρρακωμένα και καχύποπτα βλέμματά του ήταν τόσο έντονα και η εσωτερική του αναστάτωση τόσο εμφανής, που η αδερφή του, τελικά, αναγκάστηκε να τον ικετέψει για να σταματήσει την αναζήτησή του, για το χατίρι της, αφού αυτές οι συναναστροφές τον επηρέαζαν τόσο πολύ. Όταν ωστόσο τα παράπονά της αποδείχτηκαν ανώφελα, οι κηδεμόνες τους αποφάσισαν να πάρουν ξανά στην κατοχή τους το καταπίστευμα, το οποίο, παλιότερα, είχαν εμπιστευτεί σε αυτούς, οι γονείς του Ώμπρεϋ.

Επιθυμώντας να τον προστατέψουν από τις κακουχίες και τα βάσανα, που συναντούσε στις περιπλανήσεις του, και προκειμένου να τον διαφυλάξουν από την έκθεση στα μάτια του κόσμου, κάνοντας πράγματα που φάνταζαν τρελά, εγκατέστησαν στο σπίτι έναν γιατρό, ώστε να τον φροντίζει συνεχώς. Ο Ώμπρεϋ δε φάνηκε να δίνει και μεγάλη σημασία στην παρουσία του γιατρού, τόσο απορροφημένο ήταν το μυαλό του από όλο αυτό το φριχτό ζήτημα. Τελικά οι ασυναρτησίες έγιναν τόσες πολλές, ώστε υποχρεώθηκαν να τον περιορίσουν μέσα στην κάμαρά του. Μέσα εκεί παρέμενε ξαπλωμένος για μέρες, αδυνατώντας να σηκωθεί. Είχε αδυνατίσει, τα μάτια του είχαν αποκτήσει μια γυάλινη λάμψη. Κάποιο σημάδι τρυφερότητας και ανάμνησης έδειχνε μονάχα, όταν η αδερφή του έμπαινε στο δωμάτιο. Τότε μερικές φορές έπαιρνε μπρος και, αρπάζοντας τα χέρια της, ρίχνοντάς της κάτι της ματιές, που την πλήγωναν κατάβαθα, της ζητούσε να μην τον αγγίζει.
- Αχ, μη τον αγγίζεις, αν με αγαπάς, μην πηγαίνεις κοντά του!
Όταν όμως εκείνη του ζητούσε να της εξηγήσει, σε ποιον αναφερόταν, η μόνη του απάντηση ήταν:
- Αλήθεια, αλήθεια!
Και ξανά, βυθιζόταν σε μια κατάσταση, από την οποία, ούτε κι εκείνη δεν μπορούσε να τον βγάλει. Αυτό κράτησε για πολλούς μήνες. Σταδιακά, ωστόσο, καθώς ο χρόνος περνούσε, οι ασυναρτησίες του άρχισαν να γίνονται πιο σπάνιες, και το μυαλό του φάνηκε να βγαίνει, κάπως, από το βαθύ σκοτάδι, ενώ οι κηδεμόνες του παρατήρησαν πως, αρκετές φορές μέσα στην ημέρα, μετρούσε με τα δάχτυλά του ως έναν ορισμένο αριθμό και μετά χαμογελούσε.
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Νικολέτα Μποντιόλη on Mon 26 Sep 2016, 4:20 am

Κόντευε να κλείσει χρόνος, όταν την τελευταία ημέρα εκείνου του έτους, ένας από τους κηδεμόνες του, μπαίνοντας στο δωμάτιό του, άρχισε να συζητά με τον γιατρό σχετικά με το θλιβερό ζήτημα του Ώμπρεϋ, που βρισκόταν σε μια τόσο άσχημη κατάσταση, ενώ την επομένη μέρα η αδερφή του, επρόκειτο να παντρευτεί. Αυτό κέντρισε αμέσως την προσοχή του Ώμπρεϋ. Ρώτησε γεμάτος αγωνία, με ποιον. Χαρούμενοι με αυτό το σημάδι που φανέρωνε μια επιστροφή στα λογικά του, τα οποία φοβούνταν πως είχε χάσει, του ανέφεραν το όνομα του Κόμη του Μάρσντεν. Ο Ώμπρεϋ, ενθυμούμενος πως αυτός ήταν ένας νεαρός Κόμης, τον οποίον κι ο ίδιος είχε γνωρίσει σε κάποια συγκέντρωση, φάνηκε ευχαριστημένος, και τους εξέπληξε ακόμα περισσότερο, όταν εξέφρασε την πρόθεσή του να είναι παρόν στους γάμους, καθώς επιθυμούσε να δει την αδερφή του. Δεν του έδωσαν καμία απάντηση, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά η αδερφή του ήρθε κοντά του. Ήταν φανερό πως μπορούσε ξανά να αισθανθεί την επιρροή του υπέροχου χαμόγελού της. Γι’ αυτό την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μάγουλό της, που ήταν νοτισμένο από δάκρυα, πετώντας από τη χαρά της, με τη σκέψη πως ο αδερφός της μπορούσε ξανά να νιώσει αισθήματα τρυφερότητας. Αυτός άρχισε να μιλά με όλη της συνηθισμένη του ζέση και να την συγχαίρει για τον γάμο της με ένα τόσο διακεκριμένο πρόσωπο, που είχε υψηλή θέση στην κοινωνία και ήταν επιτυχημένος. Τότε, ξαφνικά, πρόσεξε ένα μενταγιόν, να κρέμεται επάνω στο στήθος της. Το άνοιξε και έκπληκτος διαπίστωσε πως μέσα εκεί υπήρχε η εικόνα του τέρατος, που τόσο καιρό του βασάνιζε τη ζωή. Άρπαξε το πορτραίτο μέσα σε έναν παροξυσμό οργής και το ποδοπάτησε. Όταν εκείνη τον ρώτησε, γιατί κατέστρεψε με τέτοιο τρόπο την εικόνα του μέλλοντα συζύγου της, την κοίταξε, σα να μη καταλάβαινε τίποτα, κι έπειτα άρπαξε τα χέρια της και κοιτώντας της με ξετρελαμένο ύφος, την πρόσταξε να του ορκιστεί πως ποτέ δεν θα παντρευόταν αυτό το τέρας, γιατί αυτός… Αλλά δεν μπορούσε να συνεχίσει, του φαινόταν πως για άλλη μια φορά, εκείνη η φωνή απαιτούσε να θυμηθεί τον όρκο του, και γύρισε απότομα πίσω, νομίζοντας πως ο Λόρδος Ρούθβεν στεκόταν δίπλα του, αλλά δεν είδε κανέναν. Στο μεταξύ, οι κηδεμόνες κι ο γιατρός, που είχαν ακούσει τα πάντα και νόμισαν πως όλο αυτό ήταν ένα πισωγύρισμα στην διαταραχή του, μπήκαν στο δωμάτιο, τον απομάκρυναν από την δεσποινίδα Ώμπρεϋ, ζητώντας της να τον αφήσει. Αυτός έπεσε στα πόδια τους, ικέτεψε, τους παρακάλεσε να αναβάλλουν τον γάμο για μία ακόμα ημέρα. Εκείνοι αποδίδοντας το ξέσπασμά του στην παράνοιά που κυριαρχούσε μέσα στο μυαλό του, προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν και αποσύρθηκαν.

Ο Λόρδος Ρούθβεν, τους είχε επισκεφτεί το πρωί μετά από εκείνη την κοσμική συγκέντρωση, και δεν τον είχαν δεχτεί, όπως δεν δέχτηκαν και κανέναν άλλο. Όταν πληροφορήθηκε για την ασθένεια του Ώμπρεϋ, κατάλαβε αμέσως πως αυτός ήταν η αιτία της. Αλλά όταν έμαθε πως του είχαν διαγνώσει παράνοια, μπόρεσε με δυσκολία να κρύψει τη χαρά και την ευχαρίστησή του, από αυτούς που το ανακοίνωσαν το νέο. Έτρεξε στο σπίτι του πρώην συντρόφου του και με την συνεχή του παρουσία, υποκρινόμενος πως τον αγαπούσε πολύ και αγωνιούσε για την μοίρα του, κέρδισε, με τον καιρό, την προσοχή της δεσποινίδας Ώμπρεϋ. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στις δυνάμεις του; Είχε να αφηγηθεί τους διάφορους κινδύνους και δυσκολίες που πέρασε, περιέγραφε τον εαυτό του σαν ένα άτομο που δεν είχε κανέναν φίλο σε αυτόν τον κόσμο, εκτός από εκείνην, στην οποία μιλούσε. Έλεγε πως από τότε που την γνώρισε, η ζωή του είχε αποκτήσει νόημα, και πως του αρκούσε να ακούει τα ήρεμα λόγια της. Τελικά, επειδή ήξερε να χρησιμοποιεί με αριστοτεχνικό τρόπο την τέχνη του ερπετού, ή τελοσπάντων, καθώς αυτή ήταν η βούληση της μοίρας, κέρδισε την αγάπη της. Λόγω του νέου τίτλου που κληρονόμησε, του ανατέθηκε μια σημαντική θέση ως πρεσβευτής, κι αυτό του χρησίμευσε σαν δικαιολογία για να επισπεύσει τον γάμο (παρόλο που ο αδερφός της νέας ήταν σε τόσο άθλια κατάσταση), ο οποίος είχε προγραμματιστεί μια μέρα πριν από την αναχώρησή του, για την Ηπειρωτική Ευρώπη.

Όταν ο γιατρός και οι κηδεμόνες άφησαν τον Ώμπρεϋ, εκείνος προσπάθησε να δωροδοκήσει τους υπηρέτες, αλλά μάταια. Ζήτησε χαρτί και μολύβι. Του το έδωσαν. Έγραψε μια επιστολή προς την αδερφή του, εξορκίζοντάς την, αν εκτιμούσε την ευτυχία της, την τιμή της, και την τιμή των γονιών της, που κάποτε την είχαν κρατήσει στην αγκαλιά τους, ως την ελπίδα τους και την ελπίδα του σπιτικού τους, να καθυστερήσει τον γάμο για λίγες ώρες, τον οποίο αποκήρυττε με τις πιο βαριές κατάρες. Οι υπηρέτες υποσχέθηκαν πως θα της μετέφεραν το γράμμα. Αλλά το έδωσαν στον γιατρό, ο οποίος θεώρησε προτιμότερο να μην ενοχλήσει το μυαλό της δεσποινίδας Ώμπρεϋ, με όσα, κατά την άποψή του, ήταν απλώς το παραλήρημα ενός μανιακού. Η νύχτα πέρασε, χωρίς ξεκούραση, καθώς οι ένοικοι του σπιτιού ήταν απασχολημένοι. Κι ο Ώμπρεϋ άκουγε, με μια φρίκη που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια, την φασαρία από την φούρια των προετοιμασιών. Μόλις ξημέρωσε ο ήχος από τις άμαξες έφτασε ως τα αυτιά του. Ο Ώμπρεϋ, κόντευε να πάθει παράκρουση. Η περιέργεια των υπηρετών τελικά ξεπέρασε την επαγρύπνησή τους και άρχισαν να απομακρύνονται, αφήνοντας τον νέο μόνο, με τη συντροφιά μια αβοήθητης, ηλικιωμένης γυναίκας. Τότε εκείνος άρπαξε την ευκαιρία, πετάχτηκε έξω από το δωμάτιο και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, βρέθηκε στην αίθουσα, όπου βρίσκονταν, σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι. Ο Λόρδος Ρούθβεν, ήταν ο πρώτος που τον πρόσεξε. Τον πλησίασε αμέσως και αρπάζοντάς τον με βία από το μπράτσο, τον τράβηξε βιαστικά έξω από την αίθουσα, άφωνος από οργή. Όταν βρέθηκαν στη σκάλα, ο Λόρδος Ρούθβεν του ψιθύρισε στο αυτί:
- Θυμήσου τον όρκο σου, και ξέρε, πως αν δεν παντρευτώ σήμερα την αδερφή σου, τότε αυτή θα ατιμαστεί. Οι γυναίκες είναι αδύναμα πλάσματα!
Λέγοντας αυτά τον έσπρωξε πίσω στους ανθρώπους που τον πρόσεχαν, οι οποίοι ειδοποιημένοι από την ηλικιωμένη γυναίκα, είχαν έρθει για να τον βρουν. Ο Ώμπρεϋ, δεν μπορούσε πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Καθώς η οργή του δεν μπορούσε να βρει ένα άλλη διέξοδο, έσπασε ένα αιμοφόρο αγγείο, και το μετέφεραν στο κρεβάτι. Αυτό φρόντισαν να μη το αναφέρουν στην αδερφή του, η οποία δεν ήταν παρούσα κατά την είσοδό του, καθώς ο γιατρός φοβόταν μήπως ταραχθεί. Ο γάμος τελέστηκε και η νύφη με τον γαμπρό έφυγαν από το Λονδίνο.

Η αδυναμία του Ώμπρεϋ, γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη. Η εκροή του αίματος προκάλεσε τα συμπτώματα του επερχόμενου θανάτου. Ζήτησε να καλέσουν τους κηδεμόνες της αδερφής του και όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, τους διηγήθηκε με ηρεμία όλα όσα είχαν διαδραματιστεί, και πέθανε αμέσως μετά.

Οι κηδεμόνες έτρεξαν για να προστατέψουν την κοπέλα. Αλλά όταν έφτασαν ήταν πλέον, πολύ αργά. Ο Λόρδος Ρούθβεν είχε εξαφανιστεί και η αδερφή του Ώμπρεϋ, είχε γίνει βορά, για να κορέσει τη δίψα ενός Βαμπίρ!

Επιτέλους Τέλος
avatar
Νικολέτα Μποντιόλη

Posts : 130
Join date : 2016-08-29
Location : Παντού!

View user profile

Back to top Go down

Re: Τζων Γουίλιαμ Πολιντόρι (John William Polidori) : Το Βαμπίρ (1819)

Post by Sponsored content


Sponsored content


Back to top Go down

View previous topic View next topic Back to top

- Similar topics

 
Permissions in this forum:
You cannot reply to topics in this forum